1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Μπεργαδής — Απόκοπος — [Ειπέ μας αν κρατεί...] 🏛️

Ο Απόκοπος του Μπεργαδή είναι από τα πιο αξιόλογα έργα της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας. Φαίνεται ότι γράφτηκε στην Κρήτη στα τέλη του 15ου αι., όπως συμπεραίνουμε από εσωτερικά τεκμήρια και κυρίως από τη γλώσσα του. Τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1519 και ακολούθησαν πολλές ανατυπώσεις, που μαρτυρούν τη μεγάλη του φήμη.

Για τον ποιητή Μπεργαδή δεν ξέρουμε τίποτε, πιστεύεται όμως ότι καταγόταν από το Ρέθυμνο, όπου συναντούμε το ίδιο επώνυμο σε καταλόγους του 17ου αιώνα.

Το ποίημα εκτείνεται σε 490 στίχους. Ο ποιητής περιγράφει μια κάθοδό του «εις Άδου». Το θέμα είναι πολύ παλιό· το συναντούμε στον Όμηρο, στο Βιργίλιο και, στα νεότερα χρόνια, στο Δάντη. Ο Μπεργαδής το χειρίζεται με τρόπο εντελώς προσωπικό. Αρχίζει με μια αλληγορική διήγηση· διηγείται ότι ονειρεύτηκε πως ανέβηκε σ' ένα δέντρο (το δέντρο της ζωής), όπου φώλιαζε μελίσσι, για να δρέψει το μέλι. Έσπασε όμως το δέντρο και ο ποιητής έπεσε στον γκρεμό και στο ανοιχτό στόμα ενός δράκοντα (τον Άδη). Έτσι βρέθηκε ζωντανός στον Κάτω Κόσμο. Εκεί τον τριγυρίζουν οι νεκροί και ζητούν να μάθουν αν υπάρχει ακόμα ο Απάνω Κόσμος κι αν οι ζωντανοί τούς θυμούνται — όπως φαίνεται και στα αποσπάσματα που ακολουθούν.

«Για τον Μπεργαδή ο θάνατος δεν είναι τόσο η διάλυση του φυσικού οργανισμού όσο η απόλυτη απουσία από τη ζωή και από τη μνήμη [των ζωντανών]. Αυτή την έννοια έχει και η επιμονή του στο θέμα της λήθης των νεκρών».


Το ποίημα 🌑

«...Ειπέ μας αν κρατεί ουρανός κι αν στέκει ο κόσμος τώρα·
ειπέ αν αστράπτει και βροντά και αν συννεφιά και βρέχει
και ο Ιορδάνης ποταμός αν κυματεί και τρέχει·
και αν είναι κήποι και δεντρά, πουλιά να κιλαδούσι
και ανέ μυρίζουν τα βουνά και τα λαγκάδια αχούσιν.

Είναι λιβάδια δροσερά, φυσά γλυκύς αέρας, 🌿
λάμπουσιν τ' άστρη τ' ουρανού και αυγερινός αστέρας;
Και ανέ σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
και αν γέρνουνται και την αυγήν ν' άφτουσι τες λαμπάδες.
Παιδιά και να μαζώνουνται νέοι το καλοκαίριν

και να περνούν τες γειτονιές κρατώντ' από το χέριν
και μετά πόθου την αυγήν να παρατραγουδούσι 🎶
και σιγανά να περπατούν, με τάξιν να περνούσι;
Γίνουνται γάμοι και χαρές, παράταξες και σκόλες;
Φιλοτιμούνται οι λυγερές τάχα και χαίροντ' όλες;

Στον κόσμον, τον εδιάβαινες, στες χώρες, τες επέρνας,
οι ζωντανοί, οπού χαίρουνται, αν μας θυμούντ' ειπέ μας...»


...Απείτις τους εσυντύχα και αυτοί αποκριθήκαν, 🗣️
έποικαν σχήμα σιωπής και το ρωτάν φήκαν.
Και αναστέναξαν κι είπασιν οκάτι καταλόγιν,

αθιβολήν πολύθλιβον κι έμοιαζεν μοιρολόγιν.
Άκουσε τι εν' το λέγασιν και τι 'ν το τραγουδούσαν
και πώς, όσο το λέγασιν, δακρύων ουκ εφυρούσαν· 😢

«Χριστέ, να ράγην το πλακί, να σκόρπισεν το χώμα,
να γέρθημεν οι ταπεινοί από τ' ανήλιον στρώμα!

Να διάγειρεν η όψη μας, να στράφην η ελικιά μας,
να λάλησεν η γλώσσα μας, ν' ακούσθην η ομιλιά μας!
Στον κόσμον να πατήσαμεν, στην γην να περπατούμαν
και να καβαλλικεύγαμεν, γεράκια να βαστούμαν· 🦅
Και πριν εμάς να σώσασιν στους οίκους τα ζαγάρια,

να δόθην λόγος κι έρχουνται οι λείποντες— καθάρια,
να 'δαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας
και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας...».