1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Θρήνοι — Το ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης 🏛️

Θρήνοι για την καταστροφή και την άλωση πόλεων ή χωρών σώζονται και σε παλιότερα λογοτεχνικά δημιουργήματα. Ιδιαίτερα όμως αναπτύσσονται μετά την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Το πάρσιμο της Πόλης, που αποτελούσε το κέντρο του Ελληνισμού, είχε βαθιά και οδυνηρή απήχηση στην ψυχή του λαού και θεωρήθηκε ως τραγικό σημάδι για τη μοίρα ολόκληρου του Έθνους. Τόσο το δημοτικό τραγούδι όσο και η λόγια ποίηση εθρήνησαν συγκινητικά το γεγονός.

Παρά την πνευματική καταστροφή, αυτά τα ποιήματα εξέφρασαν και την ελπίδα για την τελική απελευθέρωση: «Πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι». Ο λαός βρήκε παρηγοριά μέσα στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς από αυτές τις εκφράσεις. Αν και τα ποιήματα αυτά έχουν αξία κυρίως ως ιστορική μαρτυρία, για τις πληροφορίες και τις κρίσεις που περιέχουν, παραμένουν σημαντικά τεκμήρια της εποχής.


Το ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης 📜

Το θρηνητικό αυτό ποίημα αποτελείται από 118 δεκαπεντασύλλαβους στίχους και γράφτηκε, πιθανότατα, σύγχρονα με το γεγονός που ιστορεί, από άγνωστο ποιητή (πιθανώς Κύπριο). Περιγράφει με απλό και συγκινητικό τρόπο την καταστροφή της Πόλης, τα δεινά των Ελλήνων και τις τελευταίες στιγμές του αυτοκράτορα.


Το ποίημα 🕊️

Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.


Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
— «Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;»
— «Έρκομαι ακ τ' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,

ακ την αστροποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην·
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα. ⚡


Ήλιε μου, ανάτειλε παντού, σ' ούλον τον κόσμον φέγγε ☀️
κι έκτεινε τας ακτίνας σου σ' όλην την οικουμένει
κι εις την Κωσταντινόπολην, την πρώτην φουμισμένην
και τώρα την Τουρκόπολην, δεν πρέπει πιο να φέγγεις.
Αλλ' ουδέ τας ακτίνας σου πρέπει εκεί να στέλλεις

να βλέπουν τ' άνομα σκυλιά τες ανομίες να κάμνουν,
να ποίσουν στάβλους εκκλησιές, να καίουν τας εικόνας
να σχίζουν, να καταπατούν τα 'λόχρυσα βαγγέλια,
να καθυβρίζουν τους σταυρούς, να τους κατατσακίζουν,
να παίρνουσιν τ' ασήμια τους και τα μαργαριτάρια

και των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα
να καίουν, ν' αφανίζουσιν, στη θάλασσα να ρίπτουν,
τα λιθάρια να παίρνουσι και την ευκόσμησιν τους
και στ' άγια δισκοπότηρα κούπες κρασί να πίνουν. 🪦