Έξοδος — 1η σκηνή (στ. 1653-1778) 🚢
Ο μακρύς αφηγηματικός λόγος του Αγγελιοφόρου είναι τυπικός τρόπος της αρχαίας τραγωδίας να παρουσιάζει βίαιες ή εντυπωσιακές σκηνές (όπως εδώ η ναυμαχία) χωρίς να τις δείχνει στη σκηνή — η βία γινόταν πάντα γνωστή μέσω αφήγησης, ποτέ με άμεση σκηνική παράσταση, καθώς το αρχαίο θέατρο απέφευγε να δείχνει φόνο ή μάχη μπροστά στο κοινό.
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Σε βρίσκω, αφέντη, για κακό μαντάτο·
παράξενα στ' αλήθεια έργα θ' ακούσεις.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Τι τρέχει;
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Ψάξε να βρεις άλλη γυναίκα τώρα,
γιατί έφυγε απ' τη χώρα πια η Ελένη.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Πώς; Περπατώντας ή έβγαλε φτερούγες;
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Ο Μενέλαος την πήρε με καράβι·
αυτός που ήρθε και σου είπε το χαμό του.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Ω! λόγια φοβερά κι απίστευτα. Όμως
με τι πλεούμενο έχει αυτή ξεφύγει;
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Μ' εκείνο που έδωσες στον ξένο· οι ναύτες,
για να το ξέρεις, ήτανε δικοί σου.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Πώς; Θέλω να μάθω· δεν πιστεύω
να νίκησε ένας μόνο πλήθος ναύτες,
που πήγαν στο γιαλό μαζί με σένα.
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Αφήνοντας η Ελένη το παλάτι,
κατέβαινε στη θάλασσα, με βήμα
βαρύ κι αργό τον άντρα της θρηνώντας
που ζωντανός κοντά της ήταν όμως.
Σα φτάσαμε όλοι στο καραβοστάσι,
τραβήξαμε ένα πλοίο της Σιδώνας
μεγάλο κι αταξίδευτο, πενήντα
κουπιά, πενήντα πάγκους είχε. Τότε
πέσαμε στη δουλειά· κατάρτι ο ένας
στεριώνει, τα κουπιά προσδένουν άλλοι,
σιάζουν τ' άσπρα πανιά και το τιμόνι
στη θέση του καλά το συναρμόζουν.
Κι ενώ δουλεύαμε έτσι, στ' ακρογιάλι,
θαρρείς κι αυτό περίμεναν, προβάλλουν
Έλληνες, του Μενέλαου συντρόφοι,
κουρέλια απ' το ναυάγιο φορώντας,
καλοί στην όψη, αλλά γεμάτοι λέρα.
Αυτός, μόλις τους είδε, τους φωνάζει
με λυπημένη τάχα τη φωνή του:
«Κακόμοιροι, πώς φτάσατε εδώ πέρα;
Το ελληνικό σας πλοίο έχει βουλιάξει;
Τον πεθαμένο γιο του Ατρέα μαζί μου
θα θέλατε να θάψετε; Η Ελένη,
τάφο αδειανό θα του προσφέρει». Εκείνοι,
κάνοντας πως δακρύζουν, στο καράβι
προχώρησαν, τις προσφορές βαστώντας
που θα 'ριχναν στη θάλασσα. Υποψίες
μας έζωσαν και μουρμουρίζαμε όλοι
πως ήτανε πολλοί οι καινούριοι ξένοι.
Στα λόγια σου πιστοί σωπαίναμε όμως·
μας είχανε μπερδέψει οι προσταγές σου
που όριζαν αρχηγό στο πλοίο εκείνον.
Εύκολα αυτά τα βάλαμε στο σκάφος·
ωστόσο ο ταύρος στύλωσε τα πόδια·
μούγκριζε κυκλοστρέφοντας τα μάτια,
εκύρτωνε τη ράχη του κοιτώντας
μέσ' απ' τα κέρατά του μ' άγριο βλέμμα,
μην αφήνοντας κανέναν να τον πιάσει.
Τότε ο Μενέλαος φώναξε: «Της Τροίας
οι κουρσευτές εσείς, στους δυνατούς σας
ώμους τον ταύρο αυτόν με μιας σηκώστε,
καθώς είναι συνήθεια των Ελλήνων,
και φέρτε τον στην πλώρη για σφαχτάρι
του πεθαμένου». Σύγκαιρα το ξίφος
τράβηξε. Αυτοί γοργά στην προσταγή του
τον ταύρο αρπούν και μες στο πλοίο τον φέρνουν.
Χαϊδεύοντας το κούτελο του αλόγου
και το λαιμό, ο Μενέλαος γαλήνια
το ανέβασε. Όταν φορτωθήκαν όλα,
πατώντας αλαφρά στα σκαλοπάτια,
μπήκε στερνή και κάθισ' η Ελένη·
δίπλα της ο Μενέλαος που τον λέγαν
νεκρό· δεξιά κι αριστερά του οι άντρες
πλάι πλάι σταθήκαν ισομοιρασμένοι,
κρύβοντας μες στα ρούχα τα σπαθιά τους·
στου κελευστή το πρόσταγμα, οι φωνές μας
γεμίσαν τ' ακρογιάλι· ο τιμονιέρης,
σαν ξανοιχτήκαμε, ρωτάει: «Ξένε,
πιο μέσα θ' αρμενίσουμε ή καλά είναι;
Εσύ 'σαι στο καράβι ο κυβερνήτης».
Εκείνος αποκρίθηκε: «Καλά είναι».
Και παίρνοντας το ξίφος πάει στην πλώρη
για τη θυσία· ως έσφαξε τον ταύρο,
για το νεκρό δε μίλησε καθόλου,
προσευχόταν έτσι: «Ω! Ποσειδώνα,
που κατοικείς στο πέλαο το γαλάζιο,
κι εσείς σεβάσμιες κόρες του Νηρέα,
φέρτε μας ζωντανούς στα περιγιάλια
του Ναύπλιου τη γυναίκα μου κι εμένα».
Κι έπεφτε ορμητικά μέσα στο κύμα,
καλός οιωνός, το αίμα για τον ξένο.
Τότε φώναξε κάποιος: «Προδοσία,
μας έχει ξεγελάσει ο καπετάνιος.
Πρόσταξε, κελευστή, γυρνάτε πίσω,
στρέψε το δοιάκι στη στεριά». Πατώντας
το σκοτωμένο ταύρο, στους δικούς του
κράζει ο Μενέλαος: «Βλαστάρια της Ελλάδας,
τι αργείτε; Μπρος, σκοτώστε τους βαρβάρους,
πετάχτε τους στη θάλασσα σφαγμένους!»
Μα ο κελευστής στους ναύτες του φωνάζει
τ' αντίθετα: «Σηκώστε όποιο κοντάρι
βρεθεί μπροστά σας, σπάστε σεις τους πάγκους,
απ' τους σκαρμούς ξελύστε τα κουπιά σας,
και των εχθρών ματώστε τα κεφάλια».
Όλοι πετάχτηκαν ορθοί, βαστώντας
σπαθιά απ' τη μια μεριά, ξύλα απ' την άλλη·
το πλοίο γέμισε αίμα κι η Ελένη
τους κέντριζε απ' την πρύμνη: «Πού είναι η δόξα
της Τροίας; Ελάτε, δείξτε στους βαρβάρους
τη δύναμή σας». Στην ορμή του αγώνα
σωριάζονται, ξανά σηκώνονται άλλοι
κι άλλους βλέπεις νεκρούς. Αρματωμένος
εκοίταζε ο Μενέλαος ολούθε
κι όπου έβλεπε να σπάζουν οι δικοί του,
έτρεχε εκεί βαστώντας το σπαθί του
και μας ανάγκαζε έτσι να πηδάμε
στο πέλαγο, ώσπου τέλος το καράβι
άδειασε από τους ναύτες σου. Κατόπι
στον τιμονιέρη πάει και τον προστάζει
να βάλει πλώρη ολόισα στην Ελλάδα.
Σηκώσαν τα πανιά κι αγέρας πρίμος
φύσηξε αμέσως. Φύγαν απ' τη χώρα.
Γλίτωσα εγώ το θάνατο, κρυμμένος
δίπλα στην άγκυρα βουτάω στο κύμα·
με βρήκε ένας ψαράς εξαντλημένο
και μ' έβγαλε στ' ακρόγιαλο, έτσι φέρνω
σε σένα το μαντάτο ετούτο.
Αν δείχνεις μια δυσπιστία στα πάντα μυαλωμένη,
για τους θνητούς είναι αρετή μεγάλη.
Η προσευχή του Μενέλαου στον Ποσειδώνα, ακριβώς τη στιγμή της θυσίας του ταύρου, είναι το σημείο-κλειδί που αποκαλύπτει την απάτη· ζητά να φτάσουν «ζωντανοί» στην πατρίδα — λόγια αδύνατα για κάποιον υποτίθεται νεκρό. Μην προσπεράσεις αυτή τη λεπτομέρεια: είναι η στιγμή που το τέχνασμα προδίδεται στους Αιγύπτιους ναύτες.
ΧΟΡΟΣ
Δε θα το πίστευα ποτέ, μπροστά μας
να 'ναι ο Μενέλαος και να μας ξεφύγει.