Δ΄ Επεισόδιο — Η ολοκλήρωση της μηχανής σωτηρίας 🎭
Στη στιχομυθία παρακάτω η Ελένη μιλά σκόπιμα με αμφίσημη γλώσσα: όταν λέει «θα σου ξοφλήσω τη χάρη» ή «η τύχη ας με συντρέξει», ο Θεοκλύμενος τα ακούει σαν υποσχέσεις αγάπης, ενώ το κοινό ξέρει ότι εννοεί την απόδραση. Είναι κλασικό παράδειγμα δραματικής ειρωνείας μέσα από τη γλώσσα.
ΕΛΕΝΗ
Όλα καλά μες στο παλάτι, φίλες·
η κόρη του Πρωτέα μάς βοηθάει·
δεν εφανέρωσε στον αδελφό της,
παρ' όλο που τα ρώτησε, πως ήρθε
κι είναι κοντά μας ο άντρας μου·
για χάρη μου, πως έχει πια πεθάνει.
Και το Μενέλαο τον συντρέχει η τύχη·
γιατί 'ναι αρματωμένος με τα όπλα
που θα 'ριχνε στη θάλασσα· βαστάει
στο δυνατό του χέρι την ασπίδα
και στο δεξί έχει το κοντάρι, τάχα
για να τιμήσει το νεκρό μαζί μου.
Είναι έτοιμος να πολεμήσει, μύριους
βάρβαρους να σκοτώσει, στο καράβι
μόλις θα μπούμε· του 'δωσα να βάλει
χιτώνα ωραίο και με ποταμίσο
τον έλουσα νερό δροσάτο, που είχε
να νιώσει χρόνια στο κορμί του. Ωστόσο
να, βγαίνει από το παλάτι εκείνος
που σίγουρα θαρρεί πως θα με πάρει·
ανάγκη να σωπαίνω· κι εσείς όμως
παρακαλώ το στόμα σας κρατήστε
κλειστό, για να σας σώσω κάποια μέρα,
αν τώρα εγώ κι ο άντρας μου σωθούμε.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Δούλοι, με τη σειρά να προχωράτε,
καθώς ο ξένος όρισε, κρατώντας
τις προσφορές που θα ριχτούν στο κύμα.
Ελένη, αν δε νομίζεις πως μιλάω
ανόητα, άκουσέ με κι εδώ μείνε·
στον άντρα σου τα ίδια θα προσφέρεις,
είσαι δεν είσαι μέσα στο καράβι.
Φοβάμαι μήπως σου 'ρθει επιθυμία,
στο πέλαο να ριχτείς από τη θλίψη
για τις χάρες του Μενέλαου, μια κι έτσι
πολύ πικρά γι' αυτόν αναστενάζεις.
ΕΛΕΝΗ
Καινούριε μου άντρα, πρέπει να τιμήσω
και τον πρώτο μου γάμο· θα μπορούσα
να σκοτωθώ για το νεκρό μου ταίρι·
όμως ποιο τ' όφελος γι' αυτόν αν θα πεθάνω;
Άσε να πάω και στον πεθαμένο
τα εντάφια να προσφέρω δώρα. Εκείνα
που θα 'θελα οι θεοί να σου χαρίσουν,
μα και στον ξένο που έτσι με βοηθάει.
Γυναίκα σου σωστή καθώς ταιριάζει,
θα μ' έχεις στο παλάτι, αφού κι εμένα
και το Μενέλαο ωφελείς. Η μοίρα
καλά τα φέρνει ως τώρα. Και για να 'ναι
η χάρη που μου κάνεις τελειωμένη,
πρόσταξε να μας δώσουν το καράβι.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Εσύ ένα σκάφος της Σιδώνας δώσ' τους
με λαμνοκόπους και κουπιά πενήντα.
ΕΛΕΝΗ
Στο πλοίο δε θα 'ναι αυτός ο κυβερνήτης;
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Ναι· και θα τον υπακούν οι ναύτες μου όλοι.
ΕΛΕΝΗ
Να τους το πεις ξανά, για να το νιώσουν.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Και τρεις φορές, αν θες, θα τους προστάξω.
ΕΛΕΝΗ
Να 'σαι καλά κι αυτά που θέλω ας γίνουν.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Την όψη σου τα δάκρυα μη χαλάσουν.
ΕΛΕΝΗ
Τη χάρη που χρωστώ θα σου ξοφλήσω.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Μοχθείς του κάκου κι οι νεκροί ένας ίσκιος.
ΕΛΕΝΗ
Τα λόγια μου κι εμάς κι αυτούς αγγίζουν.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Απ' το Μενέλαο πιο κακός δε θα 'μαι.
ΕΛΕΝΗ
Στάθηκες τέλειος· η τύχη ας με συντρέξει.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Θα 'ναι μαζί σου, αγάπη αν μου δείξεις.
ΕΛΕΝΗ
Ποιους πρέπει ν' αγαπάω δε θα μου μάθεις.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Να 'ρθω κι εγώ στο πλοίο να βοηθήσω;
ΕΛΕΝΗ
Όχι· στους δούλους δούλος να μη γίνεις.
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ
Ας είναι· δε με νοιάζουν των Ελλήνων
τα έθιμα· το σπίτι μου καθάριο·
δεν πέθανε ο Μενέλαος εδώ πέρα·
κάποιος γοργά στους άρχοντες να πάει
και να τους πει να φέρουνε του γάμου
τα δώρα στο παλάτι κι όλη η χώρα
πρέπει ν' αντιβουίξει απ' τα τραγούδια
πως κάνω γάμο ζηλευτό και παίρνω
την ξακουσμένη Ελένη. Κι εσύ, ξένε,
πήγαινε και στο πέλαο να σκορπίσεις
ετούτα για τον πρώτο της τον άντρα.
Κατόπι γύρνα γρήγορα μαζί της,
στου γάμου να καθίσεις το τραπέζι.
Κι ύστερα, αν θες, γυρίζεις στην πατρίδα
ή ζεις εδώ κοντά μου ευτυχισμένος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ 🙏
Ω! Δία, πατέρα και σοφό
θεό, πονετικό βλέμμα να ρίξεις
σ' εμάς, απ' τα δεινά λευτέρωσέ μας.
Πάμε για τον γκρεμό, γοργά βοήθα·
με τ' ακροδάχτυλό σου αν μας αγγίξεις,
θα 'χουμε φτάσει εκεί που λαχταρούμε.
Πλήθος οι περασμένες συμφορές μας.
Θεοί, πολλές φορές χαρές και λύπες
εγεύτηκα από σας· μα τώρα πρέπει
κι εγώ να ορθοποδήσω κι όχι πάντα
να με κυκλώνει το κακό· τη χάρη
κάντε μου αυτή και θα 'μαι ευτυχισμένος.
Ο Θεοκλύμενος πείθεται τόσο εύκολα επειδή δεν έχει κανένα λόγο να υποψιάζεται δόλο — γι' αυτόν η Ελένη είναι απλώς μια νόμιμη μελλοντική σύζυγος που τηρεί ένα έθιμο. Μην θεωρήσεις τη ρευστότητα της αποδοχής του αφέλεια χωρίς λόγο· το σχέδιο πέτυχε ακριβώς επειδή ο Μενέλαος και η Ελένη εκμεταλλεύτηκαν αυτή την καλή του πίστη.