⚖️ 4η Σκηνή — Ο αγώνας λόγων μπροστά στη Θεονόη (στ. 942-1139)
Η σκηνή αυτή είναι τυπικός αγώνας λόγων — μια πειστική «δίκη» μπροστά σε κριτή, εδώ τη Θεονόη. Ο Ευριπίδης αγαπούσε αυτή τη δομή, γιατί επέτρεπε στο κοινό να ακούσει και τις δύο πλευρές πριν κριθεί η τύχη των ηρώων, σαν σε πραγματικό δικαστήριο της εποχής.
Ελένη
Ω! συμφορά μου· δυστυχία με ζώνει.
Μενέλαε, χαθήκαμε· απ' το σπίτι
βγαίνει όπου να' ναι η μάντισσα Θεονόη·
βροντάει απ' τις αμπάρες το παλάτι.
Φύγε· γιατί να φύγεις, αφού ξέρει,
έτσι κι αλλιώς, πως είσαι εδώ φτασμένος;
Η δόλια πάω χαμένη. Από την Τροία
σώθηκες κι από βαρβάρους, για να 'ρθεις
να πέσεις πάλι σε σπαθιά βαρβάρων;
Θεονόη
Πήγαινε μπρος εσύ να μου φωτίζεις
και κατά την πρεπούμενη συνήθεια
μες στον αιθέρα ανέμιζε το θειάφι,
για να 'ρθουν τ' ουρανού πνοές καθάριες·
με τη φωτιά καθάρισε το δρόμο,
ανόσιο αν τον μόλυνε ποδάρι,
και το δαυλό μπροστά μου δώθε κείθε
κούνησε να περάσω. Έτσι τιμώντας
τους θεούς, όπως ορίζω, πάλι μέσα
την ιερή να πάτε φλόγα. Ελένη,
τι λες για τα μαντέματά μου; Να τος
ο άντρας σου ο Μενέλαος, έχει χάσει
το είδωλό σου κι όλα τα καράβια.
Ξέφυγες συμφορές, δυστυχισμένε,
κι ήρθες χωρίς να ξέρεις αν θα μείνεις
ή θα γυρίσεις πίσω στην πατρίδα·
υπάρχει αμάχη στους θεούς για σένα,
θα συναχτούν τη μέρα αυτή κι ο Δίας
θα λάβει την απόφασή του. Η Ήρα,
που πρώτα σε κατέτρεχε, σε στέργει
τώρα και θέλει να γυρίσεις πάλι
στον τόπο σου μ' αυτήν κι όλη η Ελλάδα
να μάθει πως του Πάρη ο γάμος, δώρο
της Αφροδίτης, ήταν ένα ψέμα·
η Κύπριδα γυρεύει να εμποδίσει
το γυρισμό σου, για να μη φανεί έτσι
πως με το μάταιο γάμο της Ελένης
της ομορφιάς επήρε το βραβείο.
Η τύχη σου όμως κρέμεται από μένα·
στον αδελφό μου άμα σε φανερώσω,
χάθηκες, που το θέλει κι η Αφροδίτη,
κι αν πάω με την Ήρα, θα σε σώσω
σωπαίνοντας παρά την προσταγή του,
να του το πω στη χώρα όταν θα φτάσεις.
Για να σιγουρευτώ κι εγώ, ποιος τάχα
θα τρέξει να του πει τον ερχομό του;
Ελένη
Ικέτισσα, ω! παρθένα, σου προσπέφτω
και σε παρακαλώ απ' της δυστυχίας
τη θέση αυτή, για μένα και για κείνον,
να μην τον χάσω, τώρα που τον βρήκα.
Στον αδελφό σου μην το μαρτυρήσεις
πως ήρθε ο άντρας μου· έλα, γλίτωσέ τον,
σε ικετεύω, την παλιά σου ευσέβεια
για χάρη του αδελφού σου μην προδώσεις
κερδίζοντάς του την ευγνωμοσύνη
με ταπεινές κι άδικες πράξεις. Πάντα
μισεί ο θεός τη βία και προστάζει
ν' αποκτούν όλοι δίκαια τ' αγαθά τους.
Ας μη ζητάει κανείς άδικα πλούτη.
Ο ουρανός κι η γης είναι για όλους
και πρέπει μες στο σπίτι του καθένας
τα καλά να συνάζει, όχι το ξένο
βιος στανικά να κλέβει. Στο γονιό σου
μ' έδωσεν ο Ερμής να με φυλάξει
—καλό απ' τη μεριά, κακό απ' την άλλη—
για τον άντρα μου εδώ που με γυρεύει.
Πώς θα με πάρει, άμα χαθεί; Ο Πρωτέας
σ' ένα νεκρό μια ζωντανή θα δώσει;
Το θεό και το γονιό σου ρώτα· θέλουν
ό,τι ο καθένας έχει, πάλι πίσω
να του το δώσουν ή όχι; Βέβαια θέλουν.
Μη χαριστείς στον άδικο αδελφό σου,
το δίκαιο πατέρα σου αδικώντας.
Προφήτισσα είσαι, στους θεούς πιστεύεις.
Το δίκιο θ' ατιμάσεις του γονιού σου
κι έναν κακό αδελφό θα ευχαριστήσεις;
Ντροπή για σε τα θεία να τα γνωρίζεις,
τα τωρινά και τα μελλούμενα, όλα,
και να μην ξέρεις τη δικαιοσύνη.
Με δέρνουν δυστυχίες, λύτρωσέ με,
την τύχη μου έτσι λίγο βοηθώντας·
όλοι μισούνε την Ελένη, βουίζει
ολάκερ' η Ελλάδα πως δεν ήμουν
στον άντρα μου πιστή και στης Φρυγίας
πήγα να ζήσω τα χρυσά παλάτια.
Όταν ξαναγυρίσω όμως στη Σπάρτη
και μάθουν και το δουν πως απ' το δόλο
των θεών αφανιζόντουσαν στη μάχη
και πως εγώ δεν πρόδωσα τους φίλους,
φρόνιμη θα με πουν και τίμια πάλι·
θα παντρευτεί κι η κόρη μου, που τώρα
κανείς γαμπρός δεν τη ζητά, θ' αφήσω
την ξενιτιά μου εδώ τη μαύρη κι όλα
τα καλά θα χαρώ του σπιτικού μου.
Αν χανόταν αυτός κι ήταν θαμμένος,
μακριά του θα τον έκλαιγα μ' αγάπη·
τώρα που ζει κι εσώθη, να τον χάσω;
Αχ, μην τον φανερώσεις, σε ικετεύω,
κάνε μου αυτήν τη χάρη και μιμήσου
του ενάρετου πατέρα σου τους τρόπους.
Για τα παιδιά είναι η πιο μεγάλη δόξα,
να θέλουν στους καλούς γονιούς να μοιάσουν.
Χορός
Τα λόγια σου γεμάτα δυστυχία
κι εσύ για λύπηση. Ο Μενέλαος τώρα
για να σωθεί, πώς θα μιλήσει τάχα;
Μενέλαος
Δε θα προσπέσω εγώ στα γόνατά σου
μήτε θα κλάψω. Τα έργα μου στην Τροία
θα ντρόπιαζα δειλιάζοντας, κι ας λένε
πως κλαίνε κι οι γενναίοι όταν τους βρίσκουν
οι συμφορές. Ωραίο ετούτο, αν είναι
ωραίο· όμως εγώ θα προτιμήσω
τ' αντρίκειο θάρρος. Αν σωστό λογιάζεις,
να σώσεις έναν ξένο που γυρεύει
τη γυναίκα του πίσω, τότε δώσ' την
και σώσε τον· αλλιώς η δυστυχία
για με δε θα 'ναι η πρώτη, αλλά κι εσένα
θα σε λένε κακιά. Στον τάφο απάνω
θα ριχτώ του γονιού σου και θα πω όσα
κρίνω για μένα αντάξια και δίκαια
κι όσα κεντήσουν την καρδιά σου. Γέρο,
που κατοικείς στο πέτρινο αυτό μνήμα,
τη γυναίκα μου δώσ' μου, τη ζητάω·
στην είχε στείλει ο Δίας να τη φυλάξεις
για μένα. Είσαι νεκρός, το ξέρω, κι ούτε
μπορείς να μου την πάρεις πια, μα ετούτη
ποτέ τον τιμημένο της πατέρα
που από τον Κάτω Κόσμο τον καλούμε,
δε θα δεχτεί να τον κακολογήσουν·
έχει τη δύναμη γι' αυτό. Βοηθό σε κράζω,
βαθύσκιωτε Άδη· πλήθος έχεις λάβει
κορμιά για την Ελένη απ' το σπαθί μου·
πήρες την αμοιβή σου· τώρα ή φέρ' τους
στη ζωή πάλι, ή ετούτη ανάγκασέ την
να γίνει απ' τον ενάρετο γονιό της
ακόμα πιο καλή και να μου δώσει
τη γυναίκα μου. Αν μου το αρνηθείτε,
θα πω όσα δεν φανέρωσ' η Ελένη. Πρώτα
μάθε, τ' ορκίστηκα να πολεμήσω
τον αδελφό σου κι ένας απ' τους δυο μας
θα σκοτωθεί· ξεκάθαρα το λέω·
κι άμα δε χτυπηθεί μαζί μου κι έχει
στο νου του να μας πιάσει τους ικέτες
στον τάφο με την πείνα, απόφαση έχω
να τη σκοτώσω κι ύστερα να μπήξω
στα σπλάχνα μου το δίκοπο ξιφάρι
στο μνήμα εδώ, να στάζει όλο το αίμα·
κι απάνω στην ταφόπετρα σφαγμένοι
θα μείνουμε, για σένα αιώνιος πόνος
και του γονιού σου ντρόπιασμα· κανένας,
ούτ' ο αδελφός σου, ούτε άλλος θα την πάρει·
μονάχα εγώ και αν όχι για τη Σπάρτη,
τότε στον Άδη. Αυτά γιατί; Μα εγώ δε θέλω
κλαίγοντας σα γυναίκα τη συμπόνια·
σαν άντρας ό,τι έχω θα το πράξω.
Σωστό αν το κρίνεις, σκότωσέ με· ωστόσο
δε θα πεθάνω ατιμασμένος. Κάλλιο
σ' αυτά που λέω να στέρξεις· έτσι θα 'σαι
και δίκαιη και θα πάρω την Ελένη.
Χορός
Τα λόγια τους εσύ θα κρίνεις, κοίτα
σε όλους η απόφασή σου αυτή ν' αρέσει.
Θεονόη
Είμαι ευσεβής και θέλω έτσι να μείνω·
καθάριο θα κρατήσω τ' όνομά μου
και του πατέρα, ουδέ στον αδελφό μου
θα χαριστώ, αποκτώντας κακή φήμη.
Έχω μες στην καρδιά μου από τη φύση
ναό μεγάλο της δικαιοσύνης,
κληρονομιά, Μενέλαε, του Νηρέα
κι όσο μπορώ, θα τη φυλάξω. Πάω
με τη γνώμη της Ήρας, γιατί θέλει
το καλό σου· η Κύπρη ας μη θυμώσει
με μένα, εξάλλου εμείς οι δυο καμία
δεν έχουμε συνάφεια, τι για πάντα
παρθένα θα πασκίσω ν' απομείνω.
Κι όσο για τα πικρά παράπονά σου
που 'λεγες στο γονιό μου εδώ στον τάφο,
μαζί σου συμφωνώ κι άδικο θα' ταν
να μη σου δώσω πίσω τη γυναίκα·
κι εκείνος το ίδιο θα 'κανε, άμα ζούσε.
Υπάρχει βέβαια τιμωρία
και σε νεκρούς και ζωντανούς. Δεν έχει
ζωή η ψυχή των πεθαμένων, όμως
αιώνια παίρνει νόηση, όταν σμίξει
με τον αθάνατον αιθέρα. Τέλος,
για να μην παν τα λόγια μου σε μάκρος,
γι' αυτά που με ικετέψατε σωπαίνω·
στην άμυαλη εγώ πράξη του αδερφού μου
δε γίνομαι βοηθός. Ωφέλεια θα 'βρει
μεγάλη, κι ας μη φαίνεται έτσι, αν θα 'ναι
ξανά καλός αντί ασεβής. Κοιτάχτε
να βρείτε κάποια λύση στο φευγιό σας·
εγώ πηγαίνω δίχως να μιλήσω.
Και πρώτα τους θεούς παρακαλέστε·
η Κύπριδα να στέρξει να γυρίσεις,
κι η Ήρα που λογιάζει αυτόν κι εσένα
να σώσει, ας μην αλλάξει τη βουλή της.
Κι όσο μπορώ, νεκρέ πατέρα μου, όλοι
πάντοτες ευσεβή θα σε φωνάζουν.
Χορός
Ο άδικος ποτέ χαρά δε βλέπει,
μονάχα με το δίκιο η σωτηρία.
Η απόφαση της Θεονόης δεν λύνει ακόμα το πρόβλημα — σιωπά, δεν βοηθά ενεργά να δραπετεύσουν. Μην μπερδέψεις τη σιωπή της με σχέδιο διαφυγής: η Ελένη και ο Μενέλαος πρέπει μόνοι τους, στην επόμενη σκηνή, να επινοήσουν το τέχνασμα της απόδρασης.