🎭 2η Σκηνή — Η αναγνώριση και η επανένωση (στ. 659-840)
Αγγελιαφόρος
Σε γύρευα, Μενέλαε, και σε βρίσκω,
παντού στον ξένο τόπο τριγυρνώντας·
με στείλαν οι συντρόφοι μας να ψάξω.
Μενέλαος
Τι τρέχει; Οι ντόπιοι μήπως σας ριχτήκαν;
Αγγελιαφόρος
Θαύμα τρανό· τα λόγια δεν το φτάνουν.
Μενέλαος
Λέγε· κάτι σπουδαίο, με τόση βιάση, θα 'χεις.
Αγγελιαφόρος
Οι κόποι σου όλοι πήγανε χαμένοι.
Μενέλαος
Κλαις συμφορές παλιές· ποιο το μαντάτο;
Αγγελιαφόρος
Εχάθηκε η γυναίκα σου πετώντας
μες στον αιθέρα· ανέβηκε στα ουράνια
κι άφησε τη σπηλιά αδειανή που μέσα
την είχαμε· είπε τούτα. «Τρωαδίτες
δυστυχισμένοι κι οι Έλληνες,
για μένα πεθάνατε στου Σκάμαντρου τις όχθες,
ξεγελασμένοι από της Ήρας τα έργα,
νομίζοντας πως την Ελένη ο Πάρης
κρατούσε, όμως καθόλου δεν την είχε.
Αφού έμεινα όσο χρειαζόταν, τώρα,
που τέλειωσα της μοίρας τα γραμμένα,
στους ουρανούς πηγαίνω, στο γονιό μου.
Κι η δύσμοιρη Ελένη που δε φταίει,
φορτώθηκε τις ντροπιασμένες φήμες».
Χαίρε της Λήδας κόρη, εδώ βρισκόσουν;
Τους έλεγα πως πήγες ψηλά στ' άστρα·
φτερά δεν ήξερα πως έχεις. Όμως πάλι
δε θα σ' αφήσω να μας περιπαίξεις
ξανά, φτάνουν τα πάθη που υποφέραν
ο άντρας σου στην Τροία κι οι σύμμαχοί του.
Μενέλαος
Αυτά με κείνα σμίγουν· συμφωνούνε
τα λόγια· μου είπε αλήθεια. Ω! λαμπρή μέρα,
που μες στην αγκαλιά μου σ' έχει φέρει!
Ελένη
Τόσος πολύς καιρός, αγαπημένε,
και τώρα μόλις η χαρά για μένα.
Φίλες μου, να, πασίχαρη αγκαλιάζω
τον άντρα μου, αφού πλήθος κύκλους
έκανε ο φωτοδότης ήλιος.
Μενέλαος
Κι εσένα εγώ· με πλημμυρούν τα λόγια
κι όμως δεν ξέρω πώς να πρωταρχίσω.
Ελένη
Αναγαλλιάζω, πέτομαι κι αφήνω
λεύτερα τα μαλλιά, σταλάζουν
τα δάκρυα ποτάμι απ' τη χαρά,
καθώς σφιχτά σε σφίγγω, λατρευτέ μου.
Μενέλαος
Δεν παραπονιέμαι άλλο, καλή μου·
την κόρη έχω του Δία και της Λήδας,
που κάποτε οι Διόσκουροι, τ' αδέλφια της,
καβάλα στ' άσπρα αλόγατα, βαστώντας
του γάμου τους πυρσούς, τη μακαρίσαν
κι ένας θεός από το σπιτικό μου
την άρπαξε, για να την οδηγήσει
σε τύχες πιο χαρούμενες. Για μας
έγινε τώρα το κακό ευτυχία
κι ύστερα από καιρούς σε ξαναφέρνει
στον άντρα σου κοντά. Μακάρι
να χαίρομαι την τύχη την καλή.
Χορός
Την ίδια κάνω ευχή· πάντα χαρούμενος·
όταν σμίγουνε δυο, διπλή η χαρά τους.
Ελένη
Φίλες μου, δεν αναστενάζω,
δε θλίβομαι για τα παλιά.
Τον άντρα μου έχω, που τον καρτερούσα
χρόνια και χρόνια να 'ρθει από την Τροία.
Μενέλαος
Πάλι μαζί· περάσαν τόσα του καιρού
γυρίσματα και τώρα πια μαθαίνω
τις δολοπλόκες τέχνες της θεάς.
Τα δάκρυα είναι της χαράς μου·
στέρεψε η θλίψη, μόνο αναγαλλιάζω.
Ελένη
Και τι να πω; Ποιος το 'βαζε στο νου του,
να σ' έχω απρόσμενα στην αγκαλιά μου;
Μενέλαος
Κι εγώ που σε θαρρούσα εκεί στην Τροία
στους κακορίζικους τους πύργους.
Πώς σ' άρπαξαν απ' το παλάτι, πες μου.
Ελένη
Στης συμφοράς γυρίζεις την αρχή·
άαχ! την πικρή ιστορία ζητάς να μάθεις.
Μενέλαος
Μίλησε· πρέπει όσα μας δίνουν,
καλά ή κακά, οι θεοί ν' ακούμε.
Ελένη
Σιχαίνομαι τα λόγια που θα πω.
Μενέλαος
Λέγε· γλυκιά ξαλάφρωσή 'ναι
τις περασμένες να σου λένε δυστυχίες.
Ελένη
Δεν πήγα εγώ με γρήγορο καράβι
στην αγκαλιά ενός βάρβαρου, ούτε
σε ντροπιασμένο πλάγιασα κρεβάτι.
Μενέλαος
Τότε ποια μοίρα, ποιος θεός σε πήρε;
Ελένη
Ο γιος του Δία, καλέ μου, και της Μαίας
στη χώρα μ' έφερε του Νείλου.
Μενέλαος
Απίστευτο· πούθε σταλμένος; Φοβερά λόγια!
Ελένη
Έκλαψα τότε, ακόμη κλαίω και τώρα·
η ομόκλινη μ' αφάνισε του Δία.
Μενέλαος
Η Ήρα; Ποιων τάχα το κακό ζητούσε;
Ελένη
Αχ! συμφορά μου, εκείνες οι πηγές
όπου οι θεές λουστήκαν
κι ήρθ' η αμάχη για την ομορφιά τους.
Μενέλαος
Όμως γιατί να κατατρέξει εσέν' η Ήρα;
Ελένη
Για να μη μ' έχει ο Πάρης...
Μενέλαος
Πώς; Λέγε.
Ελένη
που ήμουν γι' αυτόν της Κύπριδας το δώρο.
Μενέλαος
Α! δύστυχη.
Ελένη
Ναι, δύστυχη· κι εδώ στην Αίγυπτο ήρθα.
Μενέλαος
Και του έδωσε το είδωλό σου, ως λες.
Ελένη
Στο σπίτι σου τι θρήνος, μάνα, ω μάνα,
τι πένθος, τι χαμός!
Μενέλαος
Τι λες;
Ελένη
Χάθηκε η μάνα μου· για τις ντροπές μου
πέρασε βρόχο στο λαιμό της.
Μενέλαος
Την άμοιρε· η κόρη μας Ερμιόνη ζει;
Ελένη
Ανύπαντρη, άτεκνη, μαραίνεται και κλαίει
για το δικό μου ατιμασμένο γάμο.
Μενέλαος
Ω! Πάρη, που μου ρήμαξες το σπίτι,
αυτά κι εσένα αφάνισαν και μύριους
Έλληνες χαλκαρματωμένους.
Ελένη
Κι εμένα την καταραμένη,
την κακορίζικη, ο θεός αλάργα
μ' απόδιωξε απ' την πόλη κι από σένα
κι άφησα —που δεν άφησα ποτέ—
τον άντρα μου και τα παλάτια
για ντροπιασμένους έρωτες τραβώντας.
Χορός
Αν όλα παν καλά από δω και πέρα,
οι συμφορές σας οι παλιές θα σβήσουν.
Αγγελιαφόρος
Άσε, Μενέλαε, τη χαρά μαζί σας
να γευτώ· δεν την ξέρω, μα τη βλέπω.
Μενέλαος
Ζύγωσε, γέροντα, κι εσύ να κουβεντιάσεις.
Αγγελιαφόρος
Γι' αυτήνε δε μοχθήσαμε στην Τροία;
Μενέλαος
Δεν είναι αυτή, οι θεοί μας ξεγελάσαν·
κρατούσαμε μια ολέθρια νεφέλη.
Αγγελιαφόρος
Τι λες;
Τόσος μόχθος κι αγώνας για έναν ίσκιο;
Μενέλαος
Έργα της Ήρας και τριών θεών αμάχη.
Αγγελιαφόρος
Η αληθινή γυναίκα σου είναι τούτη;
Μενέλαος
Αυτή· και να πιστέψεις όσα λέω.
Ο Αγγελιαφόρος επιβεβαιώνει ρητά αυτό που το κοινό ήξερε από την αρχή: η γυναίκα στην Τροία ήταν μόνο σύννεφο, «ίσκιος». Από εδώ και πέρα στο έργο δεν υπάρχει πια αμφιβολία — και οι δύο σύζυγοι, και το κοινό, ξέρουν την ίδια αλήθεια. Το ερώτημα του έργου αλλάζει: πώς θα ξεφύγουν από την Αίγυπτο.
Αγγελιαφόρος
Δυσκολονόητος ο θεός, παιδί μου·
ολοένα αλλάζει. Εδώθε κείθε σέρνει,
πότε ψηλά, πότε βαθιά τα πάντα·
ο ένας δυστυχάει, ο άλλος όχι,
όμως κι αυτός κακό θάνατο βρίσκει·
δεν έχει πάντα η τύχη σιγουριά. Κι οι δυο σας
βάσανα δοκιμάσατε, απ' του κόσμου
τα λόγια εσύ, κι αυτός απ' τους πολέμους.
Σαν πολεμούσε, τίποτε δικό του·
και τώρα δίχως κόπο η ευτυχία.
Δεν ντρόπιασες το γέροντα γονιό σου
και τους Διόσκουρους, δεν έχεις κάνει
όσα δεινά σου φόρτωσαν. Θυμάμαι
το γάμο σου, στο νου μου ξαναφέρνω
πως έτρεχα βαστώντας τις λαμπάδες
πλάι στο αμάξι σου κι εσύ νυφούλα
μαζί μ' αυτόν το πατρικό σου σπίτι
το ευτυχισμένο χαιρετούσες. Όποιος
δε νιώθει σέβας για τ' αφεντικά του
και δε συμπάσχει σε χαρές και λύπες,
δούλος κακός. Εγώ κι αν είμαι σκλάβος,
θέλω μες στους καλούς να με λογιάζουν·
λεύτερος αν δεν είμαι, λεύτερη έχω
ψυχή· το 'να κακό κάλλιο απ' τα δύο: φαύλη
να 'χω καρδιά και δούλο να με λένε.
Μενέλαος
Μόχθους πολλούς μαζί μου πολεμώντας
πέρασες, γέρο· τώρα, έλα, μοιράσου
την ευτυχία μου· τρέξε στους συντρόφους
που μας απόμειναν και πες τα νέα·
πώς είναι εδώ τα πράγματα· ας προσμένουν
έτοιμοι στο γιαλό για τους αγώνες
που 'χω να κάνω ακόμη, αν θα μπορέσω,
καθώς ελπίζω, ετούτην απ' τη χώρα
ν' αρπάξω· ας αγρυπνούν κι όλοι ενωμένοι,
σε μια σμίγοντας τύχη, απ' τους βαρβάρους
κάποιο να βρούμε τρόπο να σωθούμε.
Η κριτική του γέρου αγγελιαφόρου εναντίον της μαντικής δεν είναι απλή λεπτομέρεια πλοκής: εκφράζει ιδέες κοντά στον ορθολογισμό διανοητών της εποχής του Ευριπίδη, όπως ο σοφιστής Πρωταγόρας, που αμφισβητούσαν παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές. Είναι εντυπωσιακό που ο ποιητής βάζει έναν τόσο τολμηρό στοχασμό στο στόμα ενός δούλου, όχι κάποιου βασιλιά ή σοφού.
Αγγελιαφόρος
Θα γίνουν, βασιλιά μου, αυτά· μα βλέπω
κούφια τη μαντική, ψευτιές γεμάτη.
Με τη φωτιά και τα πουλιά μαντείες
τίποτα δεν αξίζουν· αν πιστεύεις
πως τα πουλιά ωφελούνε τους ανθρώπους,
ανόητος είσαι. Ο Κάλχας στο στρατό μας
δε μίλησε καθόλου, κι ας θωρούσε
να χάνονται οι δικοί του για έναν ίσκιο·
κούρσεψαν ανωφέλευτα τη χώρα·
θα πεις, δεν το 'θελε ο θεός· και γιατί τότε
πηγαίνουμε στους μάντεις; Όταν κάνεις
θυσίες στους θεούς, να τους γυρεύεις
τα καλά μόνο κι άσε τις μαντείες·
ξεγέλασμα είναι στη ζωή· κανένας
δεν πλούτισε μ' αυτές όντας τεμπέλης·
σωστό μυαλό και νους, να σοφός μάντης.
Χορός
Στα όσα είπε ο γέρος συμφωνώ· άμα
κερδίσεις τους θεούς, στο σπιτικό σου
την πιο μεγάλη μαντική έχεις μπάσει.