1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

🎭 Α΄ Επεισόδιο — 1η σκηνή (στ. 437-494): Ο μονόλογος του Μενέλαου

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Πέλοπα, που αγωνίστηκες στην Πίσα
με τον Οινόμαο σ' αρματοδρομίες, τότε,

Το ήξερες; Μια αρματοδρομία στη ρίζα των Ολυμπιακών

Ο μύθος του Πέλοπα και του Οινόμαου δεν είναι τυχαία αναφορά: η νίκη του Πέλοπα σε εκείνη την αρματοδρομία συνδέεται στην αρχαία παράδοση με την ίδρυση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία. Ο Μενέλαος ξεκινά τον μονόλογό του υπενθυμίζοντας το ένδοξο γενεαλογικό του δέντρο, σε πλήρη αντίθεση με την άθλια κατάστασή του τώρα.

που 'χες καλέσει τους θεούς σε δείπνο,
να 'χανες τη ζωή σου, πριν ακόμα
γεννήσεις το γονιό μου, τον Ατρέα,
κι εκείνος πάλι από την Αερόπη
δυο γιους, τον Αγαμέμνονα κι εμένα
το Μενέλαο, ζευγάρι ξακουσμένο·

γιατί θαρρώ –και καυχησιά δεν είναι–
πως με καράβια οδήγησα στην Τροία
στράτευμα πλήθος κι όχι με τη βία
σαν τύραννος, αλλά μ' ακολουθήσαν
θέλοντας οι λεβέντες της Ελλάδας.

Χαθήκανε πολλοί, πολλοί κι εκείνοι
που χαίρονται, γιατί έχουνε ξεφύγει
τον κίνδυνο της θάλασσας και φέραν
τα ονόματα των σκοτωμένων πίσω
στα σπίτια τους. Εγώ περιπλανιέμαι

τόσον καιρό στο κύμα ο δόλιος, όσο
χρειάστηκα την Τροία για να κουρσέψω·
κι ενώ ποθώ στον τόπο μου να φτάσω,
τη χάρη αυτή οι θεοί δε μου χαρίζουν.
Τριγύρισα τους έρμους της Λιβύης

τους αφιλόξενους γιαλούς και κάθε
φορά, που την πατρίδα μου ζυγώνω,
μακριά με ξανασπρώχνουν οι ανέμοι,
χωρίς μες στα πανιά μου να φουσκώσει
ποτέ πρίμος αγέρας για τη Σπάρτη.

Και τώρα ναυαγός ο μαύρος, δίχως
φίλους στη χώρα βγήκα εδώ. Συντρίμμια
γίνηκε το καράβι μου στους βράχους.
Μου ξέμεινε η καρένα μόνο κι έτσι

πάνω της έχω ανέλπιστα γλιτώσει,
με την Ελένη που 'φερα απ' την Τροία.

Ποιος είναι ο τόπος, ποιοι τον κατοικούνε;
Δεν ξέρω· με τα ρούχα μου κουρέλια
ντρεπόμουν να ρωτήσω τους ανθρώπους.
Ο ευτυχισμένος, όταν κακοπάθει,
νιώθει πικρότερη τη δυστυχία,
παρ' όσο αυτός που από παλιά την ξέρει.
Τώρα με τυραννά σκληρά η ανάγκη·
ψωμί δεν έχω ή ρούχο, καθώς δείχνουν
τ' απομεινάρια από το καραβίσιο

πανί που' μαι ζωσμένος· τους χιτώνες,
τα λαμπρά πέπλα η θάλασσα κατάπιε.
Στα βάθη μιας σπηλιάς κρατάω κρυμμένη
τη γυναίκα μου, αιτία στις συμφορές μου,
κι όσοι απομείναν απ' τους σύντροφούς μου,

τους έβαλα να τη φυλάγουν. Μόνος
γυρίζω ψάχνοντας για κείνους νά 'βρω
κάτι να τους χορτάσω. Μόλις είδα
το σπίτι αυτό με τους θριγκούς τριγύρω
και τον ωραίο πυλώνα –αρχοντικό 'ναι–

ζύγωσα· κάτι ελπίζω για τους ναύτες
να οικονομήσω· απ' τους φτωχούς δεν έχεις,
ακόμη κι αν το θέλουνε, βοήθεια.
Έε· δε θα 'ρθεί ένας θυρωρός στην πόρτα
να πει στο νοικοκύρη τα δεινά μου;