Ο πληθυσμός της Ελλάδας 🇬🇷
Η έκταση της πατρίδας μας είναι 131.957 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός της, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, είναι 10.964.020 κάτοικοι. Η πυκνότητα πληθυσμού της χώρας μας προκύπτει επομένως 83 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δηλαδή παραπλήσια —και λίγο υψηλότερη— από τη μέση πυκνότητα πληθυσμού της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αν όμως συγκρίνουμε την Ελλάδα με χώρες όπως η Ολλανδία, η Ιταλία ή η Γαλλία, διαπιστώνουμε πως είναι αραιοκατοικημένη σε σχέση με αυτές.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού πληθυσμού 🏠
Ο πληθυσμός της χώρας μας παρουσιάζει πέντε βασικά χαρακτηριστικά:
- Είναι σχετικά αραιοκατοικημένη, όπως είδαμε παραπάνω, σε σύγκριση με πολλές χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης.
- Έχει πολύ ανομοιόμορφη κατανομή του πληθυσμού — δεν κατοικούνται όλες οι περιοχές της χώρας εξίσου.
- Παρουσιάζει υψηλό ποσοστό αστικοποίησης — μεγάλο μέρος των κατοίκων ζει σε μεγάλα αστικά κέντρα.
- Έχει έντονο δημογραφικό πρόβλημα.
- Φιλοξενεί σημαντικό αριθμό αλλοδαπών.
Η Ελλάδα έχει πυκνότητα πληθυσμού (83 κάτ./τ.χλμ.) πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο — δεν είναι δηλαδή «αραιοκατοικημένη» σε σχέση με ολόκληρη την Ευρώπη. Χαρακτηρίζεται όμως αραιοκατοικημένη μόνο όταν τη συγκρίνουμε με συγκεκριμένες πυκνοκατοικημένες χώρες της δυτικής Ευρώπης, όπως η Ολλανδία ή η Ιταλία.
Οι αιτίες διαμόρφωσης του πληθυσμού
Οι αιτίες για τη σημερινή διαμόρφωση του πληθυσμού της Ελλάδας διακρίνονται σε γεωγραφικές, ιστορικές-πολιτικές και κοινωνικές-οικονομικές.
Γεωγραφικές αιτίες 🏔️
Η πατρίδα μας έχει ορεινό ανάγλυφο, πολλά μικρά, σχετικά άγονα και άνυδρα νησιά και λιγοστές καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Όλα αυτά δυσκολεύουν τη συντήρηση μεγάλου αριθμού κατοίκων στις ορεινές και τις νησιωτικές περιοχές, με ορισμένες εξαιρέσεις.
Ιστορικές-πολιτικές αιτίες ⚔️
Μετά το 1828, όταν οι Έλληνες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, δεν έζησαν ειρηνικά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η συμμετοχή της χώρας μας σε πολλούς τοπικούς και στους δύο παγκόσμιους πολέμους οδήγησε σε αύξηση των εδαφών της, αλλά και σε απώλειες ανθρώπινων ζωών. Επειδή τα θύματα των συρράξεων είναι συνήθως νεαρά σε ηλικία άτομα, οι συνέπειες ήταν οδυνηρές για τον πληθυσμό της χώρας στη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα υπήρξε η ευρωπαϊκή χώρα με τα περισσότερα θύματα σε σχέση με τον πληθυσμό της.
Η άφιξη σχεδόν ενάμισι εκατομμυρίου Ελλήνων από τη Μικρά Ασία μετά τα δραματικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής, το 1922, συνέβαλε στην αύξηση του πληθυσμού μέσα στα όρια της χώρας, αλλά αυτό έγινε με την τραγική απώλεια των πατρογονικών εστιών των προσφύγων.
Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922, χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο έφτασαν στην Ελλάδα σε τραγική κατάσταση, έχοντας εγκαταλείψει βιαστικά τα σπίτια τους. Το 1928 απογράφηκαν 1.221.849 πρόσφυγες.
Για τη στέγασή τους δημιουργήθηκαν 46 νέοι ή επεκτάθηκαν παλαιοί οικισμοί στην Αττική (Βύρωνας, Καισαριανή, Νέα Σμύρνη, Νίκαια, Νέα Ιωνία, Κορυδαλλός, Δραπετσώνα κ.ά.), ενώ ο πληθυσμός της Αττικής αυξήθηκε κατά 68%! Έτσι κατοικήθηκαν περιοχές που παλαιότερα ήταν ερημικές, και η Αθήνα με τον Πειραιά ενώθηκαν σε ένα ενιαίο αστικό συγκρότημα.
Κοινωνικές-οικονομικές αιτίες 💶
Για πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η οικονομία της χώρας μας στηριζόταν κυρίως στις αγροτικές δραστηριότητες και στη ναυτιλία. Η οικονομική ανέχεια και οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης οδήγησαν πολλούς συμπατριώτες μας στην αναζήτηση καλύτερης ζωής μακριά από την Ελλάδα, δηλαδή στην εξωτερική μετανάστευση.
Η Αίγυπτος, η Ρωσία και η Ρουμανία στο τέλος του 19ου αιώνα, οι Η.Π.Α. στις αρχές του 20ού αιώνα, και η δυτική Ευρώπη (κυρίως η Γερμανία), οι Η.Π.Α., ο Καναδάς και η Αυστραλία το διάστημα 1950-1970, αποτέλεσαν τόπους υποδοχής Ελλήνων μεταναστών.
Με τη μετανάστευση προς το εξωτερικό η χώρα μας υπέστη για πολλές δεκαετίες «αφαίμαξη» του πληθυσμιακού της δυναμικού. Σήμερα οι Έλληνες που ζουν μόνιμα στο εξωτερικό — ο λεγόμενος απόδημος ελληνισμός — υπολογίζονται παγκοσμίως σε περίπου πέντε εκατομμύρια!
Από την αστυφιλία στην παλιννόστηση
Το διάστημα 1950-1970, εκτός από τη μετανάστευση προς το εξωτερικό, ήταν έντονη και η εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως προς την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται αστυφιλία και οδήγησε στην αστικοποίηση του ελληνικού πληθυσμού, η οποία σήμερα κυμαίνεται σε ποσοστά αντίστοιχα της υπόλοιπης Ευρώπης.
Από το 1970 η μετανάστευση προς το εξωτερικό ανακόπηκε σημαντικά. Αντίθετα, άρχισε να καταγράφεται επιστροφή Ελλήνων μεταναστών στην πατρίδα, δηλαδή παλιννόστηση.
Το δημογραφικό πρόβλημα
Παρά την ανάσχεση της μετανάστευσης προς το εξωτερικό και την παλιννόστηση πολλών αποδήμων, ορισμένοι παράγοντες προκάλεσαν μείωση των γεννήσεων και αύξηση των ηλικιωμένων ατόμων στον ελληνικό πληθυσμό, οδηγώντας στα τέλη του 20ού αιώνα στην εμφάνιση του δημογραφικού προβλήματος στη χώρα μας:
- Η επικράτηση του αστικού τρόπου ζωής, που δεν ευνοεί τη γέννηση πολλών παιδιών ανά οικογένεια.
- Η αύξηση του ποσοστού των εργαζόμενων γυναικών.
- Η αύξηση του μέσου όρου ζωής, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
Από χώρα προέλευσης σε χώρα υποδοχής μεταναστών
Η έντονη οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας τη δεκαετία 1990-2000 οδήγησε στην εμφάνιση ισχυρού μεταναστευτικού ρεύματος αλλοδαπών προς τη χώρα. Έτσι η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα προέλευσης σε χώρα υποδοχής μεταναστών.
Την περίοδο 1991-2001 η φυσική αύξηση του πληθυσμού ήταν ελάχιστη (μόλις 0,3% τη δεκαετία 1991-2000), κι όμως ο πληθυσμός αυξήθηκε σημαντικά, από 10.259.900 το 1991 σε 10.964.020 το 2001. Η εξήγηση δεν βρίσκεται στις γεννήσεις, αλλά στην άφιξη 762.191 αλλοδαπών, οι περισσότεροι από τους οποίους έφτασαν στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1990.
Σήμερα οι καταγεγραμμένοι αλλοδαποί μετανάστες αποτελούν περίπου το 7% του πληθυσμού της χώρας.
Η εξέλιξη έκτασης και πληθυσμού της Ελλάδας
Από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830 μέχρι σήμερα, τόσο η έκταση όσο και ο πληθυσμός της χώρας αυξήθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω διαδοχικών προσαρτήσεων εδαφών:
| Έτος | Έκταση (τ.χλμ.) | Πληθυσμός | Πυκνότητα (κάτ./τ.χλμ.) | Σημαντικό γεγονός |
|---|---|---|---|---|
| 1830 | 47.516 | 753.400 | 16 | Αναγνώριση της ανεξαρτησίας |
| 1870 | 50.211 | 1.457.894 | 29 | Προσάρτηση Ιόνιων Νησιών (1864) |
| 1889 | 63.606 | 2.187.208 | 34 | Προσάρτηση Θεσσαλίας και Άρτας (1881) |
| 1920 | 129.281 | 5.016.889 | 39 | Προσάρτηση Μακεδονίας, Ηπείρου, Β. Αιγαίου, Κρήτης, Θράκης |
| 1928 | 129.281 | 6.204.684 | 48 | Μικρασιατική Καταστροφή και προσφυγικό κύμα |
| 1951 | 131.957 | 7.632.801 | 58 | Προσάρτηση Δωδεκανήσων (1947) |
| 2001 | 131.957 | 10.964.020 | 83 | — |
Το 1941 το 52,4% των Ελλήνων ζούσε σε αγροτικές περιοχές (οικισμούς έως 2.000 κατοίκους) και μόλις το 32,8% σε αστικές (πάνω από 10.000 κατοίκους). Μέχρι το 1991 η εικόνα είχε αντιστραφεί εντελώς: μόλις το 28,3% ζούσε σε αγροτικές περιοχές, ενώ το 58,9% ζούσε πλέον σε πόλεις — αποτέλεσμα ακριβώς της αστυφιλίας που περιγράψαμε παραπάνω.
Η γεννητικότητα των Ελλήνων επιβεβαιώνει το δημογραφικό πρόβλημα: στις αρχές του 2000, ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα στην Ελλάδα ήταν περίπου 1,25-1,3, χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 1,4).