1. Μαθαίνω
Προσθέσαμε νέο παιχνίδι γι' αυτό το μάθημα!
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Ευκλείδη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Επίλυση Εξισώσεων στο Σύνολο των Ρητών Αριθμών ⚖️

Φαντάσου μια ζυγαριά ισορροπίας, όπου κάτι κρυμμένο σε ένα σακουλάκι πρέπει να ζυγίζει ακριβώς όσο κάποιες γνωστές μπάλες στην άλλη πλευρά. Οι εξισώσεις είναι ακριβώς αυτό: ένα παζλ όπου ψάχνουμε την κρυμμένη τιμή που κάνει δύο παραστάσεις ίσες. Σε αυτή την ενότητα θα μάθεις πώς να λύνεις τέτοια παζλ, ακόμα και όταν εμφανίζονται αρνητικοί αριθμοί ή κλάσματα.

Τι είναι μια εξίσωση 🔍

Μια εξίσωση είναι μια ισότητα ανάμεσα σε δύο μαθηματικές παραστάσεις, από τις οποίες η μία τουλάχιστον περιέχει έναν άγνωστο αριθμό. Ο άγνωστος συνήθως συμβολίζεται με ένα γράμμα, όπως το xx, το yy ή το ψψ.

Μια εξίσωση έχει πάντα δύο μέλη, ένα αριστερά και ένα δεξιά από το σύμβολο «=». Για παράδειγμα, στην εξίσωση

το πρώτο μέλος είναι η παράσταση 2x−62x - 6 και το δεύτερο μέλος είναι η παράσταση 3−x3 - x.

Μέσα σε κάθε μέλος υπάρχουν όροι, δηλαδή τα κομμάτια που χωρίζονται μεταξύ τους με πρόσθεση ή αφαίρεση. Οι όροι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  • Άγνωστοι όροι: περιέχουν το γράμμα του αγνώστου, π.χ. 2x2x και −x-x.
  • Γνωστοί όροι: είναι απλοί αριθμοί, χωρίς το γράμμα του αγνώστου, π.χ. −6-6 και 33.

Στο παράδειγμα 2x−6=3−x2x - 6 = 3 - x, οι άγνωστοι όροι είναι οι 2x2x και −x-x, ενώ οι γνωστοί όροι είναι οι −6-6 και 33.

Από πού ήρθε το γράμμα x;

Η συνήθεια να συμβολίζουμε τον άγνωστο με xx ξεκίνησε πριν από αιώνες, όταν μαθηματικοί άρχισαν να χρησιμοποιούν τα τελευταία γράμματα της αλφαβήτου (xx, yy, zz) για ό,τι δεν γνωρίζουμε, και τα πρώτα (aa, bb, cc) για γνωστές ποσότητες. Η σύμβαση αυτή κράτησε μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο.

Λύση εξίσωσης και επαλήθευση ✅

Λύση μιας εξίσωσης ονομάζεται κάθε τιμή του αγνώστου που, όταν αντικατασταθεί στη θέση του, κάνει τα δύο μέλη της εξίσωσης ίσα (δηλαδή κάνει την ισότητα αληθινή).

Για παράδειγμα, στην εξίσωση x+3=5x + 3 = 5, αν βάλουμε x=2x = 2, παίρνουμε 2+3=52 + 3 = 5, που είναι αληθές. Άρα το 22 είναι λύση της εξίσωσης.

Η διαδικασία με την οποία βρίσκουμε τη λύση μιας εξίσωσης λέγεται επίλυση εξίσωσης. Είναι σαν να ψάχνουμε έναν κρυμμένο αριθμό ακολουθώντας συγκεκριμένα, σταθερά βήματα.

Αφού βρούμε μια λύση, μπορούμε να ελέγξουμε αν είναι σωστή κάνοντας επαλήθευση: αντικαθιστούμε την τιμή που βρήκαμε στην αρχική εξίσωση (όχι σε κάποιο ενδιάμεσο βήμα) και ελέγχουμε αν τα δύο μέλη γίνονται πράγματι ίσα.

Ισοδύναμες εξισώσεις 👯

Δύο (ή περισσότερες) εξισώσεις λέγονται ισοδύναμες όταν έχουν ακριβώς την ίδια λύση.

Παράδειγμα:

  • Η εξίσωση x+3=5x + 3 = 5 έχει λύση x=2x = 2.
  • Η εξίσωση 2x−1=32x - 1 = 3 έχει επίσης λύση x=2x = 2.

Επειδή και οι δύο έχουν την ίδια λύση, είναι ισοδύναμες, παρόλο που «φαίνονται» διαφορετικές.

Η ιδέα της επίλυσης μιας εξίσωσης είναι ακριβώς αυτή: παίρνουμε μια πολύπλοκη εξίσωση και τη μετατρέπουμε, βήμα βήμα, σε όλο και πιο απλές ισοδύναμες εξισώσεις, μέχρι να καταλήξουμε σε μια εξίσωση της μορφής x=αριθμοˊςx = \text{αριθμός}, όπου η λύση φαίνεται αμέσως.

Για να περνάμε από μια εξίσωση σε μια ισοδύναμή της, χρησιμοποιούμε δύο βασικά «εργαλεία»: τις ιδιότητες της ισότητας και τον κανόνα της μεταφοράς όρων.

Ιδιότητες της ισότητας ⚖️

Μια εξίσωση είναι σαν ζυγαριά σε ισορροπία: αν τα δύο μέλη είναι ίσα, μπορούμε να κάνουμε την ίδια ακριβώς πράξη και στα δύο μέλη, και η ισορροπία (δηλαδή η ισότητα) διατηρείται. Αυτές είναι οι ιδιότητες της ισότητας:

  • Αν προσθέσουμε τον ίδιο αριθμό και στα δύο μέλη, η ισότητα διατηρείται.
  • Αν αφαιρέσουμε τον ίδιο αριθμό και από τα δύο μέλη, η ισότητα διατηρείται.
  • Αν πολλαπλασιάσουμε και τα δύο μέλη με τον ίδιο αριθμό (διαφορετικό από το μηδέν), η ισότητα διατηρείται.
  • Αν διαιρέσουμε και τα δύο μέλη με τον ίδιο αριθμό (διαφορετικό από το μηδέν), η ισότητα διατηρείται.

Ας δούμε ένα παράδειγμα με πρόσθεση. Αν έχουμε την εξίσωση x−3=5x - 3 = 5, μπορούμε να προσθέσουμε το 33 και στα δύο μέλη:

Αριστερά, το −3-3 και το +3+3 αλληλοαναιρούνται, οπότε μένει x=8x = 8. Βρήκαμε τη λύση!

Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα με διαίρεση. Αν έχουμε 2x=−82x = -8, διαιρούμε και τα δύο μέλη με το 22:

Αριστερά μένει μόνο το xx, και δεξιά το −4-4. Άρα x=−4x = -4.

Ο κανόνας της μεταφοράς όρων ➡️

Στην πράξη, αντί να γράφουμε κάθε φορά «προσθέτουμε/αφαιρούμε τον ίδιο αριθμό και στα δύο μέλη», χρησιμοποιούμε μια συντόμευση που δίνει το ίδιο αποτέλεσμα πιο γρήγορα: τη μεταφορά όρων.

Κανόνας: Μπορούμε να μεταφέρουμε οποιονδήποτε όρο από το ένα μέλος της εξίσωσης στο άλλο, αρκεί να αλλάξουμε το πρόσημό του.

Αυτό δεν είναι κάποιο νέο «κόλπο» — είναι απλώς μια συντομογραφία της ιδιότητας της ισότητας. Ας το δούμε αναλυτικά σε μια εξίσωση της μορφής x+β=γx + \beta = \gamma:

Αν αφαιρέσουμε το β\beta και από τα δύο μέλη (ιδιότητα της ισότητας):

Το αριστερό μέλος απλοποιείται σε xx, οπότε:

Παρατήρησε το αποτέλεσμα: ο όρος +β+\beta που ήταν στο αριστερό μέλος, «πέρασε» στο δεξί μέλος ως −β-\beta. Ακριβώς αυτό λέει ο κανόνας της μεταφοράς όρων: αλλάζουμε μέλος, αλλάζουμε πρόσημο.

Γιατί δουλεύει η μεταφορά όρων

Η μεταφορά όρων δεν είναι ξεχωριστός κανόνας που πρέπει να αποστηθίσεις χωρίς λόγο: είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της αφαίρεσης (ή πρόσθεσης) του ίδιου όρου και στα δύο μέλη. Αν καταλάβεις γιατί λειτουργεί, δεν χρειάζεται ποτέ να το μάθεις «απ' έξω» — το ξαναβρίσκεις μόνος/η σου.

Τα βήματα επίλυσης μιας εξίσωσης 🛠️

Για να λύσουμε μια εξίσωση πρώτου βαθμού με έναν άγνωστο, ακολουθούμε πάντα την ίδια λογική πορεία:

Βήμα 1 — Χωρίζουμε αγνώστους και γνωστούς. Μεταφέρουμε όλους τους όρους που περιέχουν τον άγνωστο σε ένα μέλος (συνήθως το αριστερό) και όλους τους γνωστούς όρους στο άλλο μέλος, αλλάζοντας πρόσημο σε κάθε όρο που μεταφέρεται.

Βήμα 2 — Κάνουμε αναγωγή ομοίων όρων. Προσθέτουμε (ή αφαιρούμε) τους αγνώστους όρους μεταξύ τους, ώστε να μείνει ένας μόνο όρος με τον άγνωστο. Κάνουμε το ίδιο και με τους γνωστούς όρους.

Βήμα 3 — Απομονώνουμε τον άγνωστο. Αν ο άγνωστος έχει έναν συντελεστή (δηλαδή πολλαπλασιάζεται με έναν αριθμό), διαιρούμε και τα δύο μέλη με αυτόν τον συντελεστή, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα της ισότητας.

Βήμα 4 — Επαληθεύουμε. Αντικαθιστούμε τη λύση που βρήκαμε στην αρχική εξίσωση, για να βεβαιωθούμε ότι τα δύο μέλη γίνονται ίσα.

Πλήρες λυμένο παράδειγμα

Ας λύσουμε την εξίσωση 2x+3=8x+152x + 3 = 8x + 15.

Βήμα 1: Μεταφέρουμε τους αγνώστους όρους στο αριστερό μέλος και τους γνωστούς στο δεξί, αλλάζοντας πρόσημο σε ό,τι μεταφέρεται:

Βήμα 2: Κάνουμε τις πράξεις σε κάθε μέλος:

Βήμα 3: Διαιρούμε και τα δύο μέλη με τον συντελεστή του xx, που είναι το −6-6:

οπότε x=−2x = -2.

Βήμα 4 (επαλήθευση): Αντικαθιστούμε x=−2x = -2 στην αρχική εξίσωση:
Αριστερό μέλος: 2⋅(−2)+3=−4+3=−12 \cdot (-2) + 3 = -4 + 3 = -1.
Δεξί μέλος: 8⋅(−2)+15=−16+15=−18 \cdot (-2) + 15 = -16 + 15 = -1.

Τα δύο μέλη είναι ίσα (−1=−1-1 = -1), άρα η λύση x=−2x = -2 είναι σωστή.

Εξισώσεις με ρητούς αριθμούς και κλάσματα 🔢

Μέχρι τώρα είδαμε εξισώσεις με ακέραιους συντελεστές. Όμως πολλές εξισώσεις περιέχουν ρητούς αριθμούς με τη μορφή κλασμάτων, π.χ. x2+1=34\frac{x}{2} + 1 = \frac{3}{4}.

Η στρατηγική εδώ είναι απλή: πρώτα απαλλασσόμαστε από τα κλάσματα, και μετά συνεχίζουμε ακριβώς όπως πριν.

Βήμα 0 — Απαλοιφή παρονομαστών. Βρίσκουμε το Ελάχιστο Κοινό Πολλαπλάσιο (ΕΚΠ) όλων των παρονομαστών της εξίσωσης. Μετατρέπουμε κάθε όρο σε κλάσμα με αυτόν τον κοινό παρονομαστή, και μετά πολλαπλασιάζουμε και τα δύο μέλη της εξίσωσης με το ΕΚΠ. Έτσι, όλοι οι παρονομαστές απλοποιούνται και «εξαφανίζονται», και μένει μια εξίσωση μόνο με ακέραιους συντελεστές.

Λυμένο παράδειγμα με κλάσματα

Ας λύσουμε την εξίσωση x2+1=x3+2\frac{x}{2} + 1 = \frac{x}{3} + 2.

Βήμα 0: Οι παρονομαστές είναι το 22 και το 33. Το ΕΚΠ τους είναι το 66. Πολλαπλασιάζουμε κάθε όρο των δύο μελών με το 66:

Απλοποιούμε κάθε γινόμενο (66 διά 22 είναι 33, 66 διά 33 είναι 22):

Τώρα η εξίσωση δεν έχει πια κλάσματα, και συνεχίζουμε όπως μάθαμε.

Βήμα 1: Μεταφέρουμε αγνώστους αριστερά, γνωστούς δεξιά:

Βήμα 2: Κάνουμε τις πράξεις:

Ο συντελεστής του xx είναι ήδη 11, οπότε δεν χρειάζεται άλλη διαίρεση: η λύση είναι x=6x = 6.

Επαλήθευση: Αριστερό μέλος: 62+1=3+1=4\frac{6}{2} + 1 = 3 + 1 = 4. Δεξί μέλος: 63+2=2+2=4\frac{6}{3} + 2 = 2 + 2 = 4. Τα μέλη είναι ίσα, άρα η λύση επιβεβαιώνεται.

Ένα χρήσιμο κόλπο

Αν σε μια εξίσωση όλοι οι παρονομαστές είναι ίδιοι, δεν χρειάζεται καν να υπολογίσεις ΕΚΠ: μπορείς απευθείας να «διαγράψεις» τους παρονομαστές, αφού η εξίσωση ισοδυναμεί με την εξίσωση των αριθμητών. Αυτό είναι απλώς μια ειδική, γρήγορη περίπτωση της γενικής μεθόδου.

Εξισώσεις με παρενθέσεις 📦

Όταν μια εξίσωση περιέχει παρενθέσεις, το πρώτο βήμα (πριν καν σκεφτούμε μεταφορά όρων) είναι να τις ανοίξουμε, εφαρμόζοντας την επιμεριστική ιδιότητα του πολλαπλασιασμού.

Για παράδειγμα, στην εξίσωση 3(x−2)=93(x - 2) = 9:

Από εδώ συνεχίζουμε κανονικά: μεταφέρουμε το −6-6 στο δεξί μέλος αλλάζοντας πρόσημο,

και διαιρούμε με το 33:

Ειδικές περιπτώσεις: αδύνατη εξίσωση και ταυτότητα 🌀

Δεν καταλήγουν όλες οι εξισώσεις σε μια συγκεκριμένη λύση της μορφής x=αριθμοˊςx = \text{αριθμός}. Υπάρχουν δύο ειδικές περιπτώσεις που αξίζει να γνωρίζεις:

Αδύνατη εξίσωση: Αν, αφού κάνεις όλες τις πράξεις, οι άγνωστοι όροι εξαφανιστούν και μείνεις με μια πρόταση που είναι ψευδής (π.χ. 0=50 = 5), τότε η εξίσωση δεν έχει καμία λύση. Λέμε ότι είναι αδύνατη.

Παράδειγμα: x+2=x+5x + 2 = x + 5. Μεταφέροντας το xx δεξιά: x−x=5−2x - x = 5 - 2, δηλαδή 0=30 = 3. Αυτό είναι ψευδές, άρα η εξίσωση δεν έχει λύση — κανένας αριθμός δεν μπορεί να την επαληθεύσει.

Ταυτότητα (ή αόριστη εξίσωση): Αν, αντίθετα, καταλήξεις σε μια πρόταση που είναι πάντα αληθής (π.χ. 0=00 = 0), τότε η εξίσωση επαληθεύεται από κάθε τιμή του αγνώστου. Λέμε ότι είναι ταυτότητα.

Παράδειγμα: 2x+4=2x+42x + 4 = 2x + 4. Μεταφέροντας: 2x−2x=4−42x - 2x = 4 - 4, δηλαδή 0=00 = 0. Αυτό ισχύει πάντα, άρα κάθε αριθμός που βάλεις στη θέση του xx κάνει την εξίσωση αληθινή.

Πώς να τις αναγνωρίζεις γρήγορα

Και στις δύο ειδικές περιπτώσεις, ο άγνωστος «εξαφανίζεται» εντελώς από την εξίσωση στο τέλος. Το μόνο που μένει να κρίνει είναι αν η αριθμητική πρόταση που απομένει είναι αληθής (τότε έχεις ταυτότητα, άπειρες λύσεις) ή ψευδής (τότε έχεις αδύνατη εξίσωση, καμία λύση).

Συνοψίζοντας τη διαδικασία 🧩

Κάθε εξίσωση πρώτου βαθμού με έναν άγνωστο λύνεται ακολουθώντας την ίδια λογική αλυσίδα βημάτων:

ΒήμαΤι κάνουμε
0Αν υπάρχουν παρενθέσεις, τις ανοίγουμε. Αν υπάρχουν κλάσματα, βρίσκουμε το ΕΚΠ και απαλείφουμε τους παρονομαστές.
1Μεταφέρουμε αγνώστους σε ένα μέλος, γνωστούς στο άλλο, αλλάζοντας πρόσημο σε ό,τι μεταφέρεται.
2Κάνουμε αναγωγή ομοίων όρων σε κάθε μέλος.
3Διαιρούμε και τα δύο μέλη με τον συντελεστή του αγνώστου (αν δεν είναι ήδη 11).
4Επαληθεύουμε τη λύση στην αρχική εξίσωση.

Αν στο βήμα 2 ο άγνωστος εξαφανιστεί εντελώς, κοιτάμε αν αυτό που μένει είναι αληθές (ταυτότητα, άπειρες λύσεις) ή ψευδές (αδύνατη εξίσωση, καμία λύση).

Με αυτά τα εργαλεία, μπορείς πλέον να αντιμετωπίσεις οποιαδήποτε εξίσωση πρώτου βαθμού, με ακέραιους ή ρητούς συντελεστές, με ή χωρίς παρενθέσεις.