Ερμηνευτικά σχόλια: Μια τιμητική εξορία 🏛️
Ποιος ήταν ο Αισχίνης
Ο Αισχίνης (περ. 389-314 π.Χ.) ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ρήτορες της αρχαίας Αθήνας, και ο κύριος πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη. Ενώ ο Δημοσθένης αγωνιζόταν να κρατήσει την Αθήνα ανεξάρτητη από τη Μακεδονία, ο Αισχίνης υποστήριζε τη φιλομακεδονική πολιτική, δηλαδή πίστευε ότι η Αθήνα έπρεπε να συνεργαστεί με τον βασιλιά της Μακεδονίας αντί να τον αντιμετωπίσει ως εχθρό.
Η μεγαλύτερη σύγκρουση των δύο ανδρών έγινε όταν ο Κτησιφώντας πρότεινε να τιμηθεί ο Δημοσθένης με χρυσό στεφάνι για την προσφορά του στην πόλη. Ο Αισχίνης εναντιώθηκε σε αυτή την πρόταση με τον λόγο του Κατὰ Κτησιφῶντος, αλλά έχασε τη δίκη. Η ήττα αυτή, σε συνδυασμό με την αποτυχία της πολιτικής που είχε υποστηρίξει, τον ανάγκασε να φύγει από την Αθήνα και να ζήσει εξόριστος στη Μικρά Ασία και στη Ρόδο.
Ο λόγος Κατὰ Κτησιφῶντος του Αισχίνη και η απάντηση του Δημοσθένη, ο περίφημος λόγος Περὶ τοῦ Στεφάνου, θεωρούνται από τα σπουδαιότερα δείγματα αρχαίας ρητορικής που σώζονται. Νίκησε ο Δημοσθένης, και αυτή η ήττα ήταν που έστειλε τελικά τον Αισχίνη στην εξορία.
Οι επιστολές του «εξόριστου» Αισχίνη
Το κείμενο που μελετάμε προέρχεται από επιστολές που κυκλοφόρησαν με το όνομα του Αισχίνη, στις οποίες ο συντάκτης τους παρουσιάζεται ως εξόριστος πολιτικός. Οι μελετητές όμως γνωρίζουν ότι αυτές οι επιστολές δεν γράφτηκαν πραγματικά από τον ίδιο τον Αισχίνη· κάποιος άλλος συγγραφέας, αργότερα, τις έγραψε στο όνομά του, φανταζόμενος πώς θα μιλούσε ο ρήτορας για την εξορία του.
Παρόλο που οι επιστολές έχουν το όνομα «Αισχίνης», δεν τις έγραψε ο ίδιος. Γι' αυτό και στο βιβλίο ο συγγραφέας αναφέρεται με το όνομα σε αγκύλες: [Αἰσχίνης]. Αυτό είναι σύνηθες φαινόμενο στην αρχαία γραμματεία: κείμενα που αποδίδονται σε έναν διάσημο συγγραφέα, χωρίς όμως να είναι πραγματικά δικά του.
Το ερμηνευτικό σχόλιο του βιβλίου
Το σημείο του κειμένου που το σχολικό βιβλίο επισημαίνει ως το πιο σημαντικό είναι η φράση όπου ο συντάκτης δηλώνει ότι θα μπορούσε να θεωρήσει «λαμπρό» αυτό που του συνέβη. Ο συντάκτης της επιστολής δηλώνει πως η απόφαση της πόλης του να τον εξορίσει όχι μόνο δεν τον εκπλήσσει, αλλά αντίθετα αποτελεί επιβεβαίωση της αξίας του ως πολιτικού. Στο σημείο αυτό έχουμε να κάνουμε με έναν εκ πρώτης όψεως παράδοξο, από ρητορική άποψη όμως επιδέξιο συλλογισμό.
Με άλλα λόγια: φαινομενικά είναι παράλογο κάποιος να χαίρεται επειδή τον εξόρισαν. Όμως ο συλλογισμός λειτουργεί ρητορικά πολύ αποτελεσματικά, γιατί μετατρέπει μια ήττα σε απόδειξη μεγαλείου — αφού «έπαθε» ό,τι έπαθαν και δύο από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της Αθήνας.
Το ερώτημα που θέτει έμμεσα το κείμενο —πόσο δίκαια φέρεται μια πατρίδα στους ανθρώπους που την υπηρέτησαν— δεν αφορά μόνο την αρχαία Αθήνα. Είναι ένα θέμα που επανέρχεται σε κάθε εποχή, όποτε μια κοινωνία στρέφεται εναντίον προσώπων που κάποτε θαύμαζε.