Μια τιμητική εξορία 📜
Ο ρήτορας Αισχίνης (περ. 389-314 π.Χ.), πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, εναντιώθηκε με τον λόγο του Κατὰ Κτησιφῶντος στην πρόταση του Κτησιφώντα να τιμηθεί με χρυσό στεφάνι ο Δημοσθένης για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα. Ύστερα από την ήττα του στη σχετική δίκη και την αποτυχία της φιλομακεδονικής πολιτικής του αναγκάστηκε να εκπατριστεί στη Μικρά Ασία και στη Ρόδο. Στις επιστολές που σώθηκαν με το όνομά του, οι οποίες όμως δεν προέρχονται από αυτόν, παρουσιάζεται ως εξόριστος. Στο απόσπασμα που ακολουθεί γίνεται λόγος για το πώς αντιμετωπίζει ο συγγραφέας την εξορία του.
Το αρχαίο κείμενο
Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ὅσοι φεύγουσιν ἀδίκως, ἢ δέονται τῶν πολιτῶν ὅπως ἐπανέλθωσιν, ἢ διαμαρτόντες τούτου λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας, ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας· ἐγὼ δὲ ἐπείπερ ἅπαξ ἀναξίως ὧν ἐπολιτευσάμην ἠτύχησα, καὶ κατηγορῶν ἄλλων αὐτὸς ἑάλων, ἄχθομαι μέν, ὥσπερ εἰκός ἐστιν, ἀγανακτῶ δὲ οὐδέν. Οὐ γὰρ οὕτως ἔγωγε ἠλίθιός εἰμι ὥστε, ἐξ ἧς πόλεως Θεμιστοκλῆς ὁ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερώσας ἐξηλάθη, καὶ ὅπου Μιλτιάδης, ὅτι μικρὸν ὤφειλε τῷ δημοσίῳ, γέρων ὢν ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἀπέθανε, ταύτῃ τῇ πόλει Αἰσχίνην τὸν Ἀτρομήτου φεύγοντα ἀγανακτεῖν οἴεσθαι δεῖν, εἴ τι τῶν εἰωθότων Ἀθήνησιν ἔπαθεν. Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ λαμπρὸν εἰκότως μοι νομίσαιμ’ ἂν αὐτὸ γενέσθαι, τὸ μετ’ ἐκείνων ἐν ἀδοξίᾳ παρὰ τοῖς ἔπειτα ἀνθρώποις καὶ ἄξιος τοῦ ὅμοια παθεῖν ἐκείνοις γεγονέναι.
[Αἰσχίνης], Ἐπιστολαί 3.1-3
Τι λέει το κείμενο
Ο συγγραφέας ξεκινά παρατηρώντας πώς συμπεριφέρονται συνήθως όσοι εξορίζονται: είτε παρακαλούν τους συμπολίτες τους να τους επιτρέψουν να επιστρέψουν, είτε, αν αποτύχουν σε αυτό, κακολογούν την πατρίδα τους. Ο ίδιος όμως δηλώνει διαφορετικός: παραδέχεται ότι ατύχησε και ότι καταδικάστηκε, και στενοχωριέται γι' αυτό, αλλά δεν αγανακτεί καθόλου εναντίον της Αθήνας.
Το επιχείρημά του στηρίζεται σε δύο διάσημα παραδείγματα: τον Θεμιστοκλή, που απελευθέρωσε την Ελλάδα από τους Πέρσες και παρ' όλα αυτά εξορίστηκε από την ίδια την Αθήνα, και τον Μιλτιάδη, τον νικητή του Μαραθώνα, που πέθανε γέρος στη φυλακή επειδή χρωστούσε ένα μικρό ποσό στο δημόσιο. Αφού τέτοιοι σπουδαίοι άνδρες υπέστησαν παρόμοια ή χειρότερη μεταχείριση από την πόλη τους, ο συγγραφέας θεωρεί ανόητο να αγανακτεί ο ίδιος επειδή έπαθε κάτι σύνηθες για τα αθηναϊκά δεδομένα.
Στο τέλος καταλήγει σε ένα παράδοξο αλλά ρητορικά έξυπνο συμπέρασμα: θεωρεί την ίδια του την εξορία κάτι «λαμπρό», αφού μέσω αυτής μοιράζεται την ίδια τύχη με τον Θεμιστοκλή και τον Μιλτιάδη — άρα αξίζει να θεωρείται εξίσου σημαντικός με εκείνους.
Αντί να παραπονεθεί για την αδικία που υπέστη, ο συγγραφέας μετατρέπει την εξορία του σε απόδειξη της πολιτικής του αξίας. Το να συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους μεγαλύτερους ήρωες μιας πόλης, ακριβώς επειδή έπαθες ό,τι κι εκείνοι, είναι σχήμα που ονομάζεται παράδοξο: φαίνεται αντιφατικό με την πρώτη ματιά, αλλά πείθει γιατί βασίζεται σε αληθινά ιστορικά γεγονότα.
Παρόλο που ο συγγραφέας λέει ότι «δεν αγανακτεί καθόλου», η σύγκριση με τον Θεμιστοκλή και τον Μιλτιάδη κρύβει έντονη πικρία: υπονοεί έμμεσα ότι η Αθήνα φέρεται άδικα ακόμα και στους πιο σπουδαίους πολίτες της. Πίσω από τον ήρεμο τόνο κρύβεται ειρωνεία απέναντι στους Αθηναίους.
Ποιος ήταν ο Θεμιστοκλής και ο Μιλτιάδης
Τα δύο ονόματα που επικαλείται ο συγγραφέας δεν είναι τυχαία: ήταν από τους πιο τιμημένους ηγέτες της Αθήνας, και ακριβώς γι' αυτό η μεταχείρισή τους από την πόλη σοκάρει.
| Πρόσωπο | Προσφορά στην πατρίδα | Πώς τον αντιμετώπισε η Αθήνα |
|---|---|---|
| Θεμιστοκλής | Απελευθέρωσε την Ελλάδα από τους Πέρσες | Τον εξόρισε |
| Μιλτιάδης | Νίκησε τους Πέρσες στον Μαραθώνα | Τον άφησε να πεθάνει γέρος στη φυλακή, επειδή χρωστούσε λίγα χρήματα στο δημόσιο |
Ο Θεμιστοκλής εξορίστηκε, όπως ακριβώς και ο συγγραφέας του κειμένου. Ο Μιλτιάδης όμως δεν εξορίστηκε — φυλακίστηκε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και τα δύο παραδείγματα μαζί, όχι επειδή έπαθαν το ίδιο ακριβώς πράγμα, αλλά επειδή δείχνουν και τα δύο πόσο σκληρά μπορεί να φέρεται η πόλη ακόμα και στους ευεργέτες της.