Το μόριο ἄν και οι ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις 🏛️
Ένα μικρό μόριο με πολλές δουλειές
Το ἄν είναι ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της αρχαίας ελληνικής σύνταξης, γιατί δεν έχει πάντα την ίδια λειτουργία. Ανάλογα με το πού βρίσκεται μέσα στην πρόταση και ποια έγκλιση συνοδεύει, το ἄν μπορεί να είναι υποθετικό, αοριστολογικό ή δυνητικό. Τα τρία αυτά είδη δεν μπερδεύονται τυχαία· έχουν το καθένα ξεχωριστά χαρακτηριστικά, που αν τα μάθεις καλά, θα τα αναγνωρίζεις εύκολα.
Α. Το υποθετικό ἄν
Το υποθετικό ἄν εισάγει μια δευτερεύουσα υποθετική πρόταση -είναι, δηλαδή, το αρχαιοελληνικό αντίστοιχο του νεοελληνικού «αν».
| Χαρακτηριστικό | Περιγραφή |
|---|---|
| Θέση | Στην αρχή της δευτερεύουσας υποθετικής πρότασης |
| Έγκλιση | Υποτακτική |
| Άρνηση | μή |
| Απόδοση στα νέα ελληνικά | «αν» |
Παράδειγμα: Ἂν ἐμὲ ἀποκτείνητε, οὐκ ἐμὲ βλάψετε, ἀλλ' ὑμᾶς αὐτούς (= Αν εμένα σκοτώσετε, δεν θα βλάψετε εμένα, αλλά τους εαυτούς σας).
Το υποθετικό ἄν δεν είναι ξεχωριστή λέξη από μόνο του· προέρχεται από την ένωση του υποθετικού συνδέσμου εἰ με το αοριστολογικό ἄν (εἰ + ἄν → ἄν). Είναι, δηλαδή, μια συντομογραφία που «έμεινε» έτσι στη γλώσσα.
Β. Το αοριστολογικό ἄν
Το αοριστολογικό ἄν δίνει σε μια πρόταση αόριστη, γενική σημασία -κάτι που ισχύει «όποτε», «όποιος», «όπου» κι αν συμβαίνει.
| Χαρακτηριστικό | Περιγραφή |
|---|---|
| Θέση | Πάντα η δεύτερη λέξη της πρότασης· η πρώτη είναι αναφορική αντωνυμία, αναφορικό επίρρημα, χρονικός ή τελικός σύνδεσμος |
| Έγκλιση | Υποτακτική |
| Άρνηση | μή |
| Απόδοση στα νέα ελληνικά | Συχνά δεν μεταφράζεται, ή αποδίδεται με «τυχόν», «ίσως», «-δήποτε» |
Παράδειγμα: Ἄκουσον, ὡς ἂν μάθῃς (= Άκουσε, για να καταλάβεις ίσως).
Το κριτήριο είναι η θέση. Αν το ἄν είναι η πρώτη λέξη της δευτερεύουσας πρότασης, είναι υποθετικό. Αν μπαίνει μετά από μια αναφορική αντωνυμία (ὅς ἄν, ὅστις ἄν), αναφορικό επίρρημα (ὅπου ἄν) ή χρονικό/τελικό σύνδεσμο (ἐπειδὰν, ὅταν, ὅπως ἄν), τότε είναι αοριστολογικό. Και τα δύο συντάσσονται με υποτακτική, γι' αυτό η θέση είναι το μόνο σίγουρο σημάδι.
Οι σύνδεσμοι ὅταν, ὁπόταν, ἐπειδὰν και ἐπὰν δεν είναι πρωτογενείς λέξεις: προήλθαν από την ενσωμάτωση του αοριστολογικού ἄν μέσα στους απλούς συνδέσμους ὅτε, ὁπότε, ἐπειδὴ και ἐπεὶ αντίστοιχα. Το «αν» δηλαδή έχει ήδη «κολλήσει» πάνω στη λέξη.
Γ. Το δυνητικό ἄν
Το δυνητικό ἄν δηλώνει κάτι το δυνατό, το πιθανό ή το αντίθετο του πραγματικού. Δέχεται άρνηση οὐ(κ) και μπορεί να συνοδεύει τρεις διαφορετικούς ρηματικούς τύπους:
i. Δυνητική ευκτική (πλην μέλλοντα)
Δηλώνει κάτι το δυνατό στο παρόν ή στο μέλλον. Αποδίδεται στα νέα ελληνικά με «θα + παρατατικός» ή «θα μπορούσα να + ρήμα».
Παράδειγμα: Ἔτι δὲ τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε; (= γιατί θα δυσανασχετούσατε με τέτοια πράγματα;)
ii. Δυνητική οριστική (μόνο ιστορικών χρόνων)
Δηλώνει κάτι το δυνατό στο παρελθόν ή κάτι αντίθετο του πραγματικού. Αποδίδεται με «θα + παρατατικός» ή «θα + υπερσυντέλικος».
Παράδειγμα: Ἐβουλόμην ἂν πολλῶν ἕνεκεν Μειδίαν ζῆν (= θα επιθυμούσα, για πολλούς λόγους, να ζούσε ο Μειδίας -αλλά δεν ζει).
iii. Δυνητικό απαρέμφατο ή μετοχή (πλην μέλλοντα)
Συναντιέται στον πλάγιο λόγο και προέρχεται από δυνητική ευκτική ή δυνητική οριστική του ευθέος λόγου· συνήθως αποτελεί απόδοση εξαρτημένου υποθετικού λόγου.
Παράδειγμα: Δοκεῖ μοί τις οὐκ ἂν ἁμαρτεῖν (= οὐκ ἂν ἁμάρτοι, δε θα έσφαλλε).
Το δυνητικό ἄν είναι το μόνο από τα τρία είδη που δέχεται άρνηση οὐ(κ) αντί για μή, και το μόνο που μπορεί να συνοδεύει οριστική, απαρέμφατο ή μετοχή -όχι μόνο υποτακτική. Αν δεις ἄν δίπλα σε οριστική ιστορικού χρόνου, απαρέμφατο ή μετοχή, είναι σχεδόν σίγουρα δυνητικό.
Οι δευτερεύουσες προτάσεις της αρχαίας ελληνικής
Όπως και στα νέα ελληνικά, σε κάθε περίοδο ή ημιπερίοδο υπάρχουν κύριες προτάσεις (στέκονται μόνες τους και βγάζουν νόημα) και δευτερεύουσες προτάσεις (εξαρτώνται πάντα από άλλη πρόταση, κύρια ή δευτερεύουσα). Σε κάθε περίοδο πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κύρια πρόταση.
Για να περιγράψουμε πλήρως μια δευτερεύουσα πρόταση, πρέπει να πούμε:
- Από πού εξαρτάται (ποιο ρήμα, απαρέμφατο ή μετοχή της άλλης πρότασης «τη χρειάζεται»)
- Πώς εισάγεται (με ποιον σύνδεσμο, αντωνυμία ή επίρρημα)
- Πώς εκφέρεται (με ποια έγκλιση)
- Ποιος είναι ο συντακτικός της ρόλος
Παράδειγμα: Οἱ στρατιῶται λέγουσιν ὅτι Κῦρος τέθνηκε. Εδώ υπάρχει η κύρια πρόταση «Οἱ στρατιῶται λέγουσιν» και η δευτερεύουσα ειδική πρόταση «ὅτι Κῦρος τέθνηκε», η οποία εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι, εκφέρεται με οριστική (τέθνηκε) και λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα εξάρτησης λέγουσιν.
Οι ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις
Ονομάζονται έτσι επειδή λειτουργούν συντακτικά σαν ονόματα -καταλαμβάνουν, δηλαδή, τη θέση που θα μπορούσε να πάρει ένα ουσιαστικό. Μπορούν να λειτουργούν ως:
- Αντικείμενο σε προσωπικά ρήματα (π.χ. Λέγω ὅτι πολλαὶ καὶ καλαὶ ἐλπίδες ἡμῖν εἰσι σωτηρίας.)
- Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα ή απρόσωπες εκφράσεις (π.χ. Φόβος ἐστὶ μὴ ἡττηθῶμεν.)
- Επεξήγηση, συνήθως σε ουδέτερο δεικτικής αντωνυμίας που προηγείται (π.χ. Τοῦτο ὑμᾶς δεῖ μαθεῖν, ὅτι τὸ συνέχον τὴν δημοκρατίαν ὅρκος ἐστίν.)
Οι ονοματικές προτάσεις διακρίνονται σε τέσσερα είδη: ειδικές, ενδοιαστικές, πλάγιες ερωτηματικές και ονοματικές αναφορικές.
1. Ειδικές προτάσεις
| Στοιχείο | Περιγραφή |
|---|---|
| Εισαγωγή | ὅτι (περιεχόμενο αντικειμενικό, πραγματικό) ή ὡς (περιεχόμενο υποκειμενικό ή ψευδές) |
| Εξάρτηση | Από ρήματα λεκτικά (λέω), γνωστικά (γνωρίζω), αισθητικά (αισθάνομαι), δείξεως (δείχνω) |
| Έγκλιση | Οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική, ευκτική του πλαγίου λόγου |
Παραδείγματα:
- Οἱ Ἀσσύριοι ἴσασιν ὅτι ἱππικὸν στράτευμα ἐν νυκτὶ ταραχῶδές ἐστι (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο)
- Πειρῶνται πείθειν ὑμᾶς ὡς δυνατός εἰμι (= ότι τάχα είμαι δυνατός -υποκειμενικό/αμφισβητούμενο περιεχόμενο)
- Δῆλόν ἐστιν ὅτι οὐκ ἂν προὔλεγεν, εἰ μὴ ἀληθεύσειν ἐπίστευε (δυνητική οριστική, αντίθετο του πραγματικού)
- Σχεδὸν ἐγίγνωσκον ὅτι εἴη που πλησίον τὸ στράτευμα τῶν πολεμίων (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο)
Η επιλογή ανάμεσα σε ὅτι και ὡς δείχνει τη στάση του ομιλητή απέναντι σε αυτό που λέει. Το ὅτι δηλώνει ότι ο ομιλητής θεωρεί το περιεχόμενο αντικειμενικά αληθές. Το ὡς δηλώνει επιφύλαξη -το περιεχόμενο είναι υποκειμενική άποψη ή κάτι που ο ομιλητής θεωρεί αμφισβητήσιμο ή ψευδές.
2. Ενδοιαστικές προτάσεις
| Στοιχείο | Περιγραφή |
|---|---|
| Εισαγωγή | μή (= μήπως, φόβος μήπως συμβεί κάτι ανεπιθύμητο) ή μὴ οὐ (= μήπως δεν, φόβος μήπως δε συμβεί κάτι επιθυμητό) |
| Εξάρτηση | Από ρήματα φόβου, δισταγμού ή μέριμνας |
| Έγκλιση | Κυρίως υποτακτική, επίσης οριστική και ευκτική του πλαγίου λόγου |
Παραδείγματα:
- Ὀκνῶ μὴ μάταιος ἡμῖν ἡ στρατεία γένηται (= φοβάμαι μήπως η εκστρατεία αποβεί μάταιη)
- Δέδοικα μὴ οὐκ ἔχω ταύτην τὴν σοφίαν (= φοβάμαι μήπως δεν έχω αυτή τη σοφία)
- Φοβοῦμαι μὴ ἡττηθῶμεν (υποτακτική, ενδεχόμενος φόβος)
- Νῦν δὲ φοβούμεθα μὴ ἀμφοτέρων ἅμα ἡμαρτήκαμεν (οριστική, ο φόβος είναι ήδη πραγματικός)
- Οἱ δὲ πολέμιοι δείσαντες μὴ ἁλοῖεν ἐτράποντο (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο)
Το μή δηλώνει φόβο μήπως συμβεί κάτι κακό (π.χ. «φοβάμαι μήπως χάσουμε»). Το μὴ οὐ δηλώνει το αντίθετο: φόβο μήπως δεν συμβεί κάτι καλό (π.χ. «φοβάμαι μήπως δεν προλάβουμε»). Η άρνηση οὐ μέσα στο μὴ οὐ δεν αναιρεί τον φόβο· δείχνει τι ακριβώς φοβάται κανείς ότι δεν θα γίνει.
3. Πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις
Είναι ερωτήσεις που μεταφέρονται σε πλάγιο λόγο. Διακρίνονται σε:
- ολικής άγνοιας: η απάντηση είναι «ναι» ή «όχι»
- μερικής άγνοιας: ζητείται συγκεκριμένη λεπτομέρεια (ποιος, πού, γιατί, πόσο)
| Στοιχείο | Περιγραφή |
|---|---|
| Εισαγωγή | Ερωτηματικές/αναφορικές αντωνυμίες και επιρρήματα (μερικής άγνοιας) ή το ερωτηματικό μόριο εἰ (ολικής άγνοιας) |
| Εξάρτηση | Από ρήματα: ρωτώ, απορώ, γνωρίζω, ερευνώ, εξετάζω, δείχνω, φροντίζω, προσπαθώ, λέω, δηλώνω |
| Έγκλιση | Οριστική, υποτακτική (απορηματική), δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική, ευκτική πλαγίου λόγου |
Παραδείγματα:
- Ἐπισκεψώμεθα εἰ ὁ ἄριστος εὐδαιμονέστατος καὶ ὁ κάκιστος ἀθλιώτατός ἐστιν (ολικής άγνοιας, με εἰ)
- Σκέψασθε πῶς ἐπὶ τῶν προγόνων ταῦτα εἶχε (μερικής άγνοιας, με το επίρρημα πῶς)
- Ἐπιμηθεὺς ἠπόρει ὅ,τι χρήσαιτο (= δεν ήξερε τι να κάνει· μερικής άγνοιας, με την αναφορική αντωνυμία ὅ,τι)
- Οὐκ ἔχω ὅ,τι ἀποκρίνωμαι (υποτακτική απορηματική)
Είναι η υποτακτική που χρησιμοποιείται κυρίως σε ερωτηματικές προτάσεις -ευθείες ή πλάγιες- και δηλώνει απορία, αμηχανία για το τι πρέπει να γίνει. Μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με «να + ρήμα»: Οὐκ ἔχω ὅ,τι ἀποκρίνωμαι = Δεν ξέρω τι να απαντήσω.
4. Ονοματικές αναφορικές προτάσεις
Χρησιμοποιούνται στη θέση ουσιαστικού, επιθέτου ή αντωνυμίας και λειτουργούν ως υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο ή ονοματικός προσδιορισμός (ομοιόπτωτος ή ετερόπτωτος).
| Στοιχείο | Περιγραφή |
|---|---|
| Εισαγωγή | Αναφορικές αντωνυμίες |
| Έγκλιση | Οριστική, υποτακτική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική |
Παραδείγματα:
- Κῦρος δὲ ἔχων οὓς εἴρηκα, ὡρμᾶτο ἀπὸ Σάρδεων (η πρόταση «οὓς εἴρηκα» είναι αντικείμενο στη μετοχή «ἔχων»)
- Ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθ' ὁρᾷ (η πρόταση «ὃς τὰ πάνθ' ὁρᾷ» είναι επιθετικός προσδιορισμός στο «ὀφθαλμός»)
- Οὗτός ἐστιν ὃς ἀπέκτεινε τοὺς στρατηγούς (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο)
- Εἰς καλὸν ἡμῖν Ἄνυτος ὅδε παρεκαθέζετο, ᾧ μεταδῶμεν τῆς ζητήσεως (υποτακτική που δηλώνει προτροπή)
Η ονοματική αναφορική πρόταση μπορεί πάντα να αντικατασταθεί νοητά από ένα ουσιαστικό ή μια αντωνυμία, γιατί λειτουργεί ως ένα από τα βασικά μέρη της πρότασης (υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο). Αν η αναφορική πρόταση απλώς προσθέτει μια πληροφορία για κάποιο όνομα που προηγείται, χωρίς να καταλαμβάνει η ίδια βασική συντακτική θέση, τότε πρόκειται συνήθως για επιθετικό προσδιορισμό -όπως στο παράδειγμα με τον «ὀφθαλμόν» παραπάνω.
Σύγκριση με τα νέα ελληνικά
Η λογική των δευτερευουσών προτάσεων δεν άλλαξε ριζικά από την αρχαία στη νέα ελληνική: έχουμε ακόμα ειδικές («ότι, πως»), ενδοιαστικές («μη(ν)»), πλάγιες ερωτηματικές («αν, τι, πού») και αναφορικές («που, ο οποίος»). Αυτό που άλλαξε είναι κυρίως το σύστημα των εγκλίσεων: η αρχαία ελληνική διέθετε πλούσιο σύστημα εγκλίσεων (οριστική, υποτακτική, ευκτική, προστακτική) με λεπτές αποχρώσεις νοήματος, ενώ η ευκτική έχει πλέον χαθεί εντελώς από τη νέα ελληνική. Το «ίσως» και το «θα» της νέας ελληνικής καλύπτουν σήμερα πολλές από τις δουλειές που έκανε άλλοτε το ἄν με τις διάφορες εγκλίσεις.