Μέλλοντας, αόριστος ενρινόληκτων/υγρόληκτων ρημάτων και τα ουσιαστικά ναῦς, χείρ 📚
Σε αυτή την ενότητα θα μάθουμε πώς σχηματίζουν τον μέλλοντα και τον αόριστο κάποια ρήματα με ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς και πώς κλίνονται δύο ουσιαστικά που αλλάζουν θέμα ανάλογα με την πτώση.
1. Τι είναι τα ενρινόληκτα και τα υγρόληκτα ρήματα
Κάθε ρήμα έχει ένα ρηματικό χαρακτήρα — το τελευταίο σύμφωνο του θέματός του. Όταν αυτό το σύμφωνο είναι μ ή ν (ένρινα σύμφωνα, δηλαδή προφέρονται "από τη μύτη"), το ρήμα λέγεται ενρινόληκτο. Όταν είναι λ ή ρ (υγρά σύμφωνα), το ρήμα λέγεται υγρόληκτο.
Τέτοιο ρήμα είναι το ἀμύνομαι, που συναντήσαμε στο κείμενο της ενότητας («τὰ μὲν ἀμυνομένῳ τὰ δ᾽ ἐπιχειροῦντι» — άλλα για άμυνα, άλλα για επίθεση). Αυτά τα ρήματα δεν σχηματίζουν τον μέλλοντα και τον αόριστό τους με το γνωστό -σ-, όπως τα περισσότερα ρήματα, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Στα νέα ελληνικά ο μέλλοντας σχηματίζεται πάντα με «θα» + ρήμα, οπότε δεν έχουμε ανάλογο πρόβλημα. Στα αρχαία, όμως, ο μέλλοντας είναι ξεχωριστός ρηματικός τύπος, και τα ενρινόληκτα/υγρόληκτα ρήματα τον σχηματίζουν διαφορετικά από τα άλλα ρήματα — γι' αυτό χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
2. Ο μέλλοντας των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων
Αυτά τα ρήματα σχηματίζουν τον μέλλοντα από το θέμα τους και τις καταλήξεις -ῶ (ενεργητική φωνή) και -οῦμαι (μέση φωνή). Κλίνονται δηλαδή στον μέλλοντα ακριβώς όπως τα συνηρημένα ρήματα β΄ τάξης σε -έω στον ενεστώτα τους — δηλαδή σαν να λέγαμε «φιλῶ, φιλεῖς, φιλεῖ».
| Έγκλιση | ρ. ἀμύνω (ε.φ.) | ρ. ἀμύνομαι (μ.φ.) | ρ. στέλλω (ε.φ.) | ρ. ὀδύρομαι (μ.φ.) |
|---|---|---|---|---|
| Οριστική | ἀμυνῶ | ἀμυνοῦμαι | στελῶ | ὀδυροῦμαι |
| Ευκτική | ἀμυνοῖμι | ἀμυνοίμην | στελοῖμι | ὀδυροίμην |
| Απαρέμφατο | ἀμυνεῖν | ἀμυνεῖσθαι | στελεῖν | ὀδυρεῖσθαι |
| Μετοχή (αρσ./θηλ./ουδ.) | ἀμυνῶν, ἀμυνοῦσα, ἀμυνοῦν | ἀμυνούμενος, ἀμυνουμένη, ἀμυνούμενον | στελῶν, στελοῦσα, στελοῦν | ὀδυρούμενος, ὀδυρουμένη, ὀδυρούμενον |
Το ρήμα ἐμβάλλω (μπαίνω μέσα, εισβάλλω), που συναντήσαμε στο κείμενο («ἐμβαλὼν ἀνθρώπους τε πολλοὺς»), σχηματίζει τον μέλλοντά του ακριβώς με αυτόν τον τρόπο: ἐμβαλῶ, ἐμβαλεῖς, ἐμβαλεῖ, ἐμβαλοῦμεν, ἐμβαλεῖτε, ἐμβαλοῦσι(ν).
3. Ο αόριστος των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων
Αυτά τα ρήματα σχηματίζουν αόριστο άσιγμο — χωρίς δηλαδή το -σ- που έχουν τα περισσότερα ρήματα — με καταλήξεις -α (ενεργητική φωνή) και -άμην (μέση φωνή).
Παράδειγμα με το ρήμα νέμω (θέμα νειμ-):
| Θέμα | Κατάληξη | Τύπος | |
|---|---|---|---|
| ε.φ. | ἔ-νειμ- | -α | ἔνειμα |
| μ.φ. | ἐ-νειμ- | -άμην | ἐνειμάμην |
Οι αλλαγές στο φωνήεν πριν από το χαρακτήρα
Όταν σχηματίζεται η οριστική του αορίστου, το φωνήεν που βρίσκεται ακριβώς πριν από το ένρινο ή υγρό σύμφωνο συχνά αλλάζει:
| Αλλαγή φωνήεντος | Παράδειγμα ρήματος | Αόριστος |
|---|---|---|
| ᾰ → ᾱ (μετά από ε, ι, ρ) | μαραίνω (θ. μαρᾰν-) | ἐμάρᾱνα |
| ᾰ → η | φαίνω (θ. φᾰν-) | ἔφηνα |
| ε → ει | ἀγγέλλω (θ. ἀγγελ-) | ἤγγειλα |
| ῐ → ῑ | κρίνω (θ. κρῐν-) | ἔκρῑνα |
| ῠ → ῡ | ἀμύνω (θ. ἀμῠν-) | ἤμῡνα |
Το φωνήεν δεν αλλάζει πάντα με τον ίδιο τρόπο — εξαρτάται από το ρήμα. Το ασφαλέστερο είναι να θυμάσαι τους τύπους του αορίστου για κάθε ρήμα ξεχωριστά, όπως θα έκανες με μια ανώμαλη λέξη στα νέα ελληνικά.
Οι υπόλοιπες εγκλίσεις του αορίστου (παράδειγμα: νείμω)
| Έγκλιση | Ενεργητική φωνή | Μέση φωνή |
|---|---|---|
| Υποτακτική | νείμω | νείμωμαι |
| Ευκτική | νείμαιμι | νειμαίμην |
| Προστακτική (β΄ εν.) | νεῖμον | νεῖμαι |
| Απαρέμφατο | νεῖμαι | νείμασθαι |
| Μετοχή (αρσ./θηλ./ουδ.) | νείμας, νείμασα, νεῖμαν | νειμάμενος, νειμαμένη, νειμάμενον |
4. Η κλίση των ανώμαλων ουσιαστικών ἡ ναῦς και ἡ χείρ
Κάποια ουσιαστικά αλλάζουν το θέμα τους ανάλογα με την πτώση — λέγονται μεταπλαστά. Δύο τέτοια ουσιαστικά, που συναντάμε συχνά στα αρχαία κείμενα, είναι η ναῦς (το πλοίο) και η χείρ (το χέρι).
Το ουσιαστικό ἡ ναῦς
Κλίνεται σύμφωνα με την γ΄ κλίση και παρουσιάζει τρία διαφορετικά θέματα: ναυ-, νε- και νη-.
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ἡ ναῦς | αἱ νῆες |
| Γενική | τῆς νεώς | τῶν νεῶν |
| Δοτική | τῇ νηί | ταῖς ναυσί(ν) |
| Αιτιατική | τὴν ναῦν | τὰς ναῦς |
| Κλητική | ὦ ναῦ | ὦ νῆες |
Η λέξη ναῦς κρύβεται πίσω από πολλές σημερινές λέξεις: ναύσταθμος (ο σταθμός των πλοίων), ναυπηγός (αυτός που κατασκευάζει πλοία, από τη ναῦς και το πήγνυμι), ναυτικός, ναυάγιο.
Το ουσιαστικό ἡ χείρ
Κλίνεται επίσης σύμφωνα με την γ΄ κλίση. Στη δοτική πληθυντικού εμφανίζει το θέμα χερ-.
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ἡ χείρ | αἱ χεῖρες |
| Γενική | τῆς χειρός | τῶν χειρῶν |
| Δοτική | τῇ χειρί | ταῖς χερσί(ν) |
| Αιτιατική | τὴν χεῖρα | τὰς χεῖρας |
| Κλητική | ὦ χείρ | ὦ χεῖρες |
Η δοτική πληθυντικού και στα δύο ουσιαστικά είναι ο τύπος που ξεχωρίζει περισσότερο από τον ενικό: ναυσί(ν) (όχι «ναυσί» με θέμα ναυ-) και χερσί(ν) (όχι «χειρσί» με το θέμα του ενικού). Είναι οι τύποι που μπερδεύουν συχνότερα τους μαθητές.
Και τα δύο ουσιαστικά τα συναντήσαμε στο κείμενο της ενότητας: το χειρὶ («καὶ χειρὶ πολλῇ νεωλκηθεῖσαν» — και με πολλά χέρια είχε τραβηχτεί στη στεριά) και το τῇ χειρὶ («τῇ χειρὶ σείων» — κουνώντας με το χέρι του).