Γραμματική: Αόριστος β΄, οι λέξεις «γυνή» και «παῖς», και η αντωνυμία «αὐτός» 📚
1. Ο αόριστος β΄ ενεργητικής και μέσης φωνής
Στο αρχαίο κείμενο της ενότητας συναντάμε τον τύπο παρεισαγαγεῖν. Πρόκειται για απαρέμφατο αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής.
Γιατί λέγεται «β΄» αόριστος
Τα περισσότερα ρήματα σχηματίζουν τον αόριστό τους όπως το ρήμα «λύω»: με τις καταλήξεις -(σ)α στην ενεργητική φωνή και -(σ)άμην στη μέση («ἔλυσα», «ἐλυσάμην»). Αυτόν τον τύπο τον λέμε «αόριστο α΄».
Μερικά ρήματα όμως δεν ακολουθούν αυτό το μοτίβο. Αντ' αυτού σχηματίζουν έναν διαφορετικό τύπο αορίστου, τον αόριστο β΄, ο οποίος έχει τρία χαρακτηριστικά:
- Διαφορετικό θέμα από αυτό του ενεστώτα (π.χ. ενεστώτας «λαμβάν-ω» αλλά αόριστος β΄ «ἔ-λαβ-ον» — το θέμα άλλαξε από «λαμβαν-» σε «λαβ-»).
- Στην οριστική παίρνει τις ίδιες καταλήξεις που παίρνει ο παρατατικός («ἔ-λυ-ον» στον παρατατικό, «ἔ-λαβ-ον» στον αόριστο β΄ — ίδιες καταλήξεις, διαφορετικό θέμα).
- Στις υπόλοιπες εγκλίσεις (υποτακτική, ευκτική, προστακτική) και στους ονοματικούς τύπους (απαρέμφατο, μετοχή) παίρνει τις ίδιες καταλήξεις που παίρνει ο ενεστώτας.
Πολλοί μαθητές νομίζουν ότι ο αόριστος β΄ είναι «ακανόνιστος» ή τυχαίος. Δεν είναι έτσι: έχει τους δικούς του, συγκεκριμένους κανόνες σχηματισμού — απλώς είναι διαφορετικοί κανόνες από του αορίστου α΄. Το μόνο που πρέπει να θυμάσαι είναι ότι το θέμα του αορίστου β΄ πρέπει να το μάθεις απέξω για κάθε ρήμα (π.χ. λαμβάνω → ἔλαβον), γιατί δεν παράγεται με κανόνα από το θέμα του ενεστώτα.
Πίνακας σχηματισμού (παράδειγμα: ρ. βάλλω, θέμα αορίστου β΄: βαλ-)
| Έγκλιση/Τύπος | Ενεργητική φωνή | Μέση φωνή |
|---|---|---|
| Οριστική | ἔ-βαλ-ον | ἐ-βαλ-όμην |
| Υποτακτική | βάλ-ω | βάλ-ωμαι |
| Ευκτική | βάλ-οιμι | βαλ-οίμην |
| Προστακτική (β΄ εν.) | βάλ-ε | βαλ-οῦ |
| Απαρέμφατο | βαλ-εῖν | βαλ-έσθαι |
| Μετοχή | βαλ-ών, βαλ-οῦσα, βαλ-όν | βαλ-όμενος, -η, -ον |
Πλήρης κλίση (παραδείγματα: μανθάνω & γίγνομαι)
Ενεργητική φωνή (ρ. μανθάνω, αόριστος β΄: ἔμαθον)
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Ευκτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| α΄ εν. | ἔ-μαθ-ον | μάθ-ω | μάθ-οιμι | — |
| β΄ εν. | ἔ-μαθ-ες | μάθ-ῃς | μάθ-οις | μάθ-ε |
| γ΄ εν. | ἔ-μαθ-ε | μάθ-ῃ | μάθ-οι | μαθέ-τω |
| α΄ πληθ. | ἐ-μάθ-ομεν | μάθ-ωμεν | μάθ-οιμεν | — |
| β΄ πληθ. | ἐ-μάθ-ετε | μάθ-ητε | μάθ-οιτε | μάθ-ετε |
| γ΄ πληθ. | ἔ-μαθ-ον | μάθ-ωσι(ν) | μάθ-οιεν | μαθ-όντων |
Απαρέμφατο: μαθ-εῖν · Μετοχή: μαθ-ών, μαθ-οῦσα, μαθ-όν
Μέση φωνή (ρ. γίγνομαι, αόριστος β΄: ἐγενόμην)
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Ευκτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| α΄ εν. | ἐ-γεν-όμην | γέν-ωμαι | γεν-οίμην | — |
| β΄ εν. | ἐ-γέν-ου | γέν-ῃ | γέν-οιο | γεν-οῦ |
| γ΄ εν. | ἐ-γέν-ετο | γέν-ηται | γέν-οιτο | γεν-έσθω |
| α΄ πληθ. | ἐ-γεν-όμεθα | γεν-ώμεθα | γεν-οίμεθα | — |
| β΄ πληθ. | ἐ-γέν-εσθε | γέν-ησθε | γέν-οισθε | γέν-εσθε |
| γ΄ πληθ. | ἐ-γέν-οντο | γέν-ωνται | γέν-οιντο | γεν-έσθων |
Απαρέμφατο: γεν-έσθαι · Μετοχή: γεν-όμενος, γεν-ομένη, γεν-όμενον
Παρατηρήσεις στον τονισμό
- Το απαρέμφατο ε.φ. τονίζεται στη λήγουσα με περισπωμένη: εἰπεῖν, βαλεῖν, ἐλθεῖν.
- Η μετοχή ε.φ. τονίζεται στη λήγουσα στο αρσενικό/ουδέτερο (εἰπών, εἰπόν), αλλά στην παραλήγουσα στο θηλυκό (εἰποῦσα).
- Το απαρέμφατο μ.φ. τονίζεται στην παραλήγουσα: ἀφικέσθαι, βαλέσθαι.
- Το β΄ ενικό προστακτικής μ.φ. τονίζεται στη λήγουσα με περισπωμένη (ἀφικοῦ, βαλοῦ), εκτός αν είναι μονοσύλλαβο και σύνθετο με δισύλλαβη πρόθεση, οπότε τονίζεται στην παραλήγουσα (παράσχου από το παρέχομαι, αλλά ἀντιλαβοῦ από το ἀντιλαμβάνομαι).
- Το β΄ ενικό προστακτικής αορίστου β΄ ε.φ. των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω, ὁράω-ῶ τονίζεται στη λήγουσα όταν το ρήμα είναι απλό (ἐλθέ, εὑρέ, λαβέ, εἰπέ, ἰδέ), αλλά αλλού όταν είναι σύνθετο (ἄπελθε, παράλαβε).
Τα πιο συνηθισμένα ρήματα με αόριστο β΄
| Ρήμα | Αόριστος β΄ οριστικής | Αόριστος β΄ υποτακτικής |
|---|---|---|
| ἄγω | ἤγαγον | ἀγάγω |
| αἱρῶ | εἷλον | ἕλω |
| αἰσθάνομαι | ᾐσθόμην | αἴσθωμαι |
| ἁμαρτάνω | ἥμαρτον | ἁμάρτω |
| ἀποθνῄσκω | ἀπέθανον | ἀποθάνω |
| ἀφικνοῦμαι | ἀφικόμην | ἀφίκωμαι |
| βάλλω | ἔβαλον | βάλω |
| γίγνομαι, εἰμί | ἐγενόμην | γένωμαι |
| ἔρχομαι | ἦλθον | ἔλθω |
| εὑρίσκω | εὗρον, ηὗρον | εὕρω |
| ἔχω | ἔσχον | σχῶ |
| λαγχάνω | ἔλαχον | λάχω |
| λαμβάνω | ἔλαβον | λάβω |
| λανθάνω | ἔλαθον | λάθω |
| λέγω | εἶπον | εἴπω |
| λείπω | ἔλιπον | λίπω |
| μανθάνω | ἔμαθον | μάθω |
| ὁρῶ | εἶδον | ἴδω |
| πάσχω | ἔπαθον | πάθω |
| πίπτω | ἔπεσον | πέσω |
| τυγχάνω | ἔτυχον | τύχω |
| τρέχω | ἔδραμον | δράμω |
| φέρω | ἤνεγκον | ἐνέγκω |
| φεύγω | ἔφυγον | φύγω |
Πολλοί αόριστοι β΄ έχουν αφήσει ίχνη στη νέα ελληνική. Π.χ. το «εἶδον» (από το ὁρῶ) κρύβεται πίσω από τη λέξη «είδος», και το «ἔλαβον» (από το λαμβάνω) πίσω από τη «λήψη» — μόνο που στα νέα ελληνικά δεν χρησιμοποιούμε πια αυτούς τους τύπους ως ρηματικούς τύπους, αλλά τους βλέπουμε «απολιθωμένους» μέσα σε ουσιαστικά.
2. Η κλίση των ουσιαστικών «ἡ γυνή» και «ὁ/ἡ παῖς»
Και τα δύο ουσιαστικά ανήκουν στην γ΄ κλίση — την κλίση των ουσιαστικών με θέμα σε σύμφωνο (εδώ: ουρανικόληκτα η «γυνή», οδοντικόληκτα ο/η «παῖς»).
Κλίση της «γυνή» (θέμα: γυναικ-)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομ. | ἡ γυνή | αἱ γυναῖκες |
| Γεν. | τῆς γυναικ-ός | τῶν γυναικ-ῶν |
| Δοτ. | τῇ γυναικ-ί | ταῖς γυναιξί(ν) (< γυναικ-σί) |
| Αιτ. | τὴν γυναῖκ-α | τὰς γυναῖκ-ας |
| Κλητ. | (ὦ) γύν-αι | (ὦ) γυναῖκες |
Κλίση της «παῖς» (θέμα: παιδ-)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομ. | ὁ/ἡ παῖς | οἱ/αἱ παῖδες |
| Γεν. | τοῦ/τῆς παιδ-ός | τῶν παίδ-ων |
| Δοτ. | τῷ/τῇ παιδ-ί | τοῖς/ταῖς παισί(ν) (< παιδ-σί) |
| Αιτ. | τὸν/τὴν παῖδ-α | τοὺς/τὰς παῖδ-ας |
| Κλητ. | (ὦ) παῖ | (ὦ) παῖδες |
Το βιβλίο επισημαίνει ρητά ότι η λέξη «παῖς» κλίνεται κατά τα οδοντικόληκτα της γ΄ κλίσης, αλλά με δύο ανωμαλίες:
- Η κλητική ενικού δεν είναι «παίς» όπως θα περίμενε κανείς, αλλά «παῖ» (χωρίς κατάληξη -ς, με αλλαγή τόνου).
- Η γενική πληθυντικού δεν τονίζεται στην κατάληξη, όπως στο «γυναικ-ῶν», αλλά στο θέμα: «παίδ-ων», όχι «παιδ-ῶν».
Αυτές οι δύο ιδιαιτερότητες είναι από τα πιο συχνά λάθη μαθητών σε ασκήσεις κλίσης — αξίζει να τις θυμάσαι ξεχωριστά.
3. Η οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία «αὐτός, αὐτή, αὐτό»
Στο κείμενο συναντάμε τον τύπο αὐτοῖς. Η αντωνυμία αυτή είναι από τις πιο συχνές στην αρχαία ελληνική, γιατί έχει δύο εντελώς διαφορετικές χρήσεις — και το να τις ξεχωρίσεις σωστά αλλάζει τη μετάφραση.
Πότε είναι οριστική
Η αντωνυμία είναι οριστική όταν χρησιμοποιείται για να ξεχωρίσει κάποιον ή κάτι από άλλους — μεταφράζεται «ο ίδιος / η ίδια / το ίδιο».
«Αὐτὸς δὲ τὸ πεζὸν ἀπῆγεν εἰς τὴν Μήθυμναν τὸ στρατόπεδον ἐμπρήσας.» (= Αυτός ο ίδιος οδήγησε πίσω το πεζικό στη Μήθυμνα, αφού έκαψε το στρατόπεδο.)
Πότε είναι επαναληπτική
Η αντωνυμία είναι επαναληπτική όταν επαναλαμβάνει κάτι για το οποίο έχει ήδη γίνει λόγος. Χρησιμοποιείται στις πλάγιες πτώσεις (γενική, δοτική, αιτιατική) και αντικαθιστά την προσωπική αντωνυμία γ΄ προσώπου — μεταφράζεται απλώς «αυτόν / της / σε αυτούς» κ.λπ.
«Παραλαβοῦσα γὰρ τοὺς Ἕλληνας ἀνόμως ζῶντας καὶ σποράδην οἰκοῦντας, [...] τούτων τῶν κακῶν αὐτοὺς ἀπήλλαξεν.» (= Αφού παρέλαβε τους Έλληνες να ζουν χωρίς νόμους [...], τους απάλλαξε από αυτά τα κακά.)
Πώς κλίνεται
Η αντωνυμία κλίνεται σαν τριγενές, τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον, με μία ιδιαιτερότητα: στο ουδέτερο γένος ενικού δεν παίρνει το τελικό -ν (ονομ./αιτ. ενικού ουδετέρου: αὐτό, όχι «αὐτόν»).
Το πρώτο κριτήριο είναι η πτώση: αν η αντωνυμία είναι σε ονομαστική και συνοδεύει το υποκείμενο, συνήθως είναι οριστική («ο ίδιος»). Αν βρίσκεται σε γενική, δοτική ή αιτιατική και αναφέρεται σε πρόσωπο που έχει ήδη αναφερθεί στα συμφραζόμενα, είναι επαναληπτική και ισοδυναμεί με προσωπική αντωνυμία. Στην πράξη, χρειάζεται πάντα να κοιτάξεις τα συμφραζόμενα, όχι μόνο τον τύπο της λέξης.