1. Γραμματική
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Γραμματική: Αόριστος β΄, οι λέξεις «γυνή» και «παῖς», και η αντωνυμία «αὐτός» 📚

1. Ο αόριστος β΄ ενεργητικής και μέσης φωνής

Στο αρχαίο κείμενο της ενότητας συναντάμε τον τύπο παρεισαγαγεῖν. Πρόκειται για απαρέμφατο αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής.

Γιατί λέγεται «β΄» αόριστος

Τα περισσότερα ρήματα σχηματίζουν τον αόριστό τους όπως το ρήμα «λύω»: με τις καταλήξεις -(σ)α στην ενεργητική φωνή και -(σ)άμην στη μέση («ἔλυσα», «ἐλυσάμην»). Αυτόν τον τύπο τον λέμε «αόριστο α΄».

Μερικά ρήματα όμως δεν ακολουθούν αυτό το μοτίβο. Αντ' αυτού σχηματίζουν έναν διαφορετικό τύπο αορίστου, τον αόριστο β΄, ο οποίος έχει τρία χαρακτηριστικά:

  1. Διαφορετικό θέμα από αυτό του ενεστώτα (π.χ. ενεστώτας «λαμβάν-ω» αλλά αόριστος β΄ «ἔ-λαβ-ον» — το θέμα άλλαξε από «λαμβαν-» σε «λαβ-»).
  2. Στην οριστική παίρνει τις ίδιες καταλήξεις που παίρνει ο παρατατικός («ἔ-λυ-ον» στον παρατατικό, «ἔ-λαβ-ον» στον αόριστο β΄ — ίδιες καταλήξεις, διαφορετικό θέμα).
  3. Στις υπόλοιπες εγκλίσεις (υποτακτική, ευκτική, προστακτική) και στους ονοματικούς τύπους (απαρέμφατο, μετοχή) παίρνει τις ίδιες καταλήξεις που παίρνει ο ενεστώτας.

Πίνακας σχηματισμού (παράδειγμα: ρ. βάλλω, θέμα αορίστου β΄: βαλ-)

Έγκλιση/ΤύποςΕνεργητική φωνήΜέση φωνή
Οριστικήἔ-βαλ-ονἐ-βαλ-όμην
Υποτακτικήβάλ-ωβάλ-ωμαι
Ευκτικήβάλ-οιμιβαλ-οίμην
Προστακτική (β΄ εν.)βάλ-εβαλ-οῦ
Απαρέμφατοβαλ-εῖνβαλ-έσθαι
Μετοχήβαλ-ών, βαλ-οῦσα, βαλ-όνβαλ-όμενος, -η, -ον

Πλήρης κλίση (παραδείγματα: μανθάνω & γίγνομαι)

Ενεργητική φωνή (ρ. μανθάνω, αόριστος β΄: ἔμαθον)

ΠρόσωποΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτική
α΄ εν.ἔ-μαθ-ονμάθ-ωμάθ-οιμι—
β΄ εν.ἔ-μαθ-εςμάθ-ῃςμάθ-οιςμάθ-ε
γ΄ εν.ἔ-μαθ-εμάθ-ῃμάθ-οιμαθέ-τω
α΄ πληθ.ἐ-μάθ-ομενμάθ-ωμενμάθ-οιμεν—
β΄ πληθ.ἐ-μάθ-ετεμάθ-ητεμάθ-οιτεμάθ-ετε
γ΄ πληθ.ἔ-μαθ-ονμάθ-ωσι(ν)μάθ-οιενμαθ-όντων

Απαρέμφατο: μαθ-εῖν · Μετοχή: μαθ-ών, μαθ-οῦσα, μαθ-όν

Μέση φωνή (ρ. γίγνομαι, αόριστος β΄: ἐγενόμην)

ΠρόσωποΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτική
α΄ εν.ἐ-γεν-όμηνγέν-ωμαιγεν-οίμην—
β΄ εν.ἐ-γέν-ουγέν-ῃγέν-οιογεν-οῦ
γ΄ εν.ἐ-γέν-ετογέν-ηταιγέν-οιτογεν-έσθω
α΄ πληθ.ἐ-γεν-όμεθαγεν-ώμεθαγεν-οίμεθα—
β΄ πληθ.ἐ-γέν-εσθεγέν-ησθεγέν-οισθεγέν-εσθε
γ΄ πληθ.ἐ-γέν-οντογέν-ωνταιγέν-οιντογεν-έσθων

Απαρέμφατο: γεν-έσθαι · Μετοχή: γεν-όμενος, γεν-ομένη, γεν-όμενον

Παρατηρήσεις στον τονισμό

  • Το απαρέμφατο ε.φ. τονίζεται στη λήγουσα με περισπωμένη: εἰπεῖν, βαλεῖν, ἐλθεῖν.
  • Η μετοχή ε.φ. τονίζεται στη λήγουσα στο αρσενικό/ουδέτερο (εἰπών, εἰπόν), αλλά στην παραλήγουσα στο θηλυκό (εἰποῦσα).
  • Το απαρέμφατο μ.φ. τονίζεται στην παραλήγουσα: ἀφικέσθαι, βαλέσθαι.
  • Το β΄ ενικό προστακτικής μ.φ. τονίζεται στη λήγουσα με περισπωμένη (ἀφικοῦ, βαλοῦ), εκτός αν είναι μονοσύλλαβο και σύνθετο με δισύλλαβη πρόθεση, οπότε τονίζεται στην παραλήγουσα (παράσχου από το παρέχομαι, αλλά ἀντιλαβοῦ από το ἀντιλαμβάνομαι).
  • Το β΄ ενικό προστακτικής αορίστου β΄ ε.φ. των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω, ὁράω-ῶ τονίζεται στη λήγουσα όταν το ρήμα είναι απλό (ἐλθέ, εὑρέ, λαβέ, εἰπέ, ἰδέ), αλλά αλλού όταν είναι σύνθετο (ἄπελθε, παράλαβε).

Τα πιο συνηθισμένα ρήματα με αόριστο β΄

ΡήμαΑόριστος β΄ οριστικήςΑόριστος β΄ υποτακτικής
ἄγωἤγαγονἀγάγω
αἱρῶεἷλονἕλω
αἰσθάνομαιᾐσθόμηναἴσθωμαι
ἁμαρτάνωἥμαρτονἁμάρτω
ἀποθνῄσκωἀπέθανονἀποθάνω
ἀφικνοῦμαιἀφικόμηνἀφίκωμαι
βάλλωἔβαλονβάλω
γίγνομαι, εἰμίἐγενόμηνγένωμαι
ἔρχομαιἦλθονἔλθω
εὑρίσκωεὗρον, ηὗρονεὕρω
ἔχωἔσχονσχῶ
λαγχάνωἔλαχονλάχω
λαμβάνωἔλαβονλάβω
λανθάνωἔλαθονλάθω
λέγωεἶπονεἴπω
λείπωἔλιπονλίπω
μανθάνωἔμαθονμάθω
ὁρῶεἶδονἴδω
πάσχωἔπαθονπάθω
πίπτωἔπεσονπέσω
τυγχάνωἔτυχοντύχω
τρέχωἔδραμονδράμω
φέρωἤνεγκονἐνέγκω
φεύγωἔφυγονφύγω
Τα βρίσκεις κρυμμένα και στη νέα ελληνική

Πολλοί αόριστοι β΄ έχουν αφήσει ίχνη στη νέα ελληνική. Π.χ. το «εἶδον» (από το ὁρῶ) κρύβεται πίσω από τη λέξη «είδος», και το «ἔλαβον» (από το λαμβάνω) πίσω από τη «λήψη» — μόνο που στα νέα ελληνικά δεν χρησιμοποιούμε πια αυτούς τους τύπους ως ρηματικούς τύπους, αλλά τους βλέπουμε «απολιθωμένους» μέσα σε ουσιαστικά.

2. Η κλίση των ουσιαστικών «ἡ γυνή» και «ὁ/ἡ παῖς»

Και τα δύο ουσιαστικά ανήκουν στην γ΄ κλίση — την κλίση των ουσιαστικών με θέμα σε σύμφωνο (εδώ: ουρανικόληκτα η «γυνή», οδοντικόληκτα ο/η «παῖς»).

Κλίση της «γυνή» (θέμα: γυναικ-)

ΠτώσηΕνικόςΠληθυντικός
Ονομ.ἡ γυνήαἱ γυναῖκες
Γεν.τῆς γυναικ-όςτῶν γυναικ-ῶν
Δοτ.τῇ γυναικ-ίταῖς γυναιξί(ν) (< γυναικ-σί)
Αιτ.τὴν γυναῖκ-ατὰς γυναῖκ-ας
Κλητ.(ὦ) γύν-αι(ὦ) γυναῖκες

Κλίση της «παῖς» (θέμα: παιδ-)

ΠτώσηΕνικόςΠληθυντικός
Ονομ.ὁ/ἡ παῖςοἱ/αἱ παῖδες
Γεν.τοῦ/τῆς παιδ-όςτῶν παίδ-ων
Δοτ.τῷ/τῇ παιδ-ίτοῖς/ταῖς παισί(ν) (< παιδ-σί)
Αιτ.τὸν/τὴν παῖδ-ατοὺς/τὰς παῖδ-ας
Κλητ.(ὦ) παῖ(ὦ) παῖδες

3. Η οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία «αὐτός, αὐτή, αὐτό»

Στο κείμενο συναντάμε τον τύπο αὐτοῖς. Η αντωνυμία αυτή είναι από τις πιο συχνές στην αρχαία ελληνική, γιατί έχει δύο εντελώς διαφορετικές χρήσεις — και το να τις ξεχωρίσεις σωστά αλλάζει τη μετάφραση.

Πότε είναι οριστική

Η αντωνυμία είναι οριστική όταν χρησιμοποιείται για να ξεχωρίσει κάποιον ή κάτι από άλλους — μεταφράζεται «ο ίδιος / η ίδια / το ίδιο».

«Αὐτὸς δὲ τὸ πεζὸν ἀπῆγεν εἰς τὴν Μήθυμναν τὸ στρατόπεδον ἐμπρήσας.» (= Αυτός ο ίδιος οδήγησε πίσω το πεζικό στη Μήθυμνα, αφού έκαψε το στρατόπεδο.)

Πότε είναι επαναληπτική

Η αντωνυμία είναι επαναληπτική όταν επαναλαμβάνει κάτι για το οποίο έχει ήδη γίνει λόγος. Χρησιμοποιείται στις πλάγιες πτώσεις (γενική, δοτική, αιτιατική) και αντικαθιστά την προσωπική αντωνυμία γ΄ προσώπου — μεταφράζεται απλώς «αυτόν / της / σε αυτούς» κ.λπ.

«Παραλαβοῦσα γὰρ τοὺς Ἕλληνας ἀνόμως ζῶντας καὶ σποράδην οἰκοῦντας, [...] τούτων τῶν κακῶν αὐτοὺς ἀπήλλαξεν.» (= Αφού παρέλαβε τους Έλληνες να ζουν χωρίς νόμους [...], τους απάλλαξε από αυτά τα κακά.)

Πώς κλίνεται

Η αντωνυμία κλίνεται σαν τριγενές, τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον, με μία ιδιαιτερότητα: στο ουδέτερο γένος ενικού δεν παίρνει το τελικό -ν (ονομ./αιτ. ενικού ουδετέρου: αὐτό, όχι «αὐτόν»).