Η Γ΄ Τάξη Συνηρημένων Ρημάτων σε -όω, -ῶ 📚
Τι είναι τα συνηρημένα ρήματα
Στην αρχαία ελληνική, ορισμένα ρήματα έχουν θέμα που τελειώνει σε φωνήεν (α, ε ή ο). Όταν σε αυτό το φωνήεν προστεθεί η κατάληξη, που συχνά ξεκινάει κι αυτή από φωνήεν, τα δύο φωνήεντα δεν προφέρονται ξεχωριστά αλλά "σμίγουν" σε ένα. Αυτό το φαινόμενο λέγεται συναίρεση, και τα ρήματα που το παρουσιάζουν λέγονται συνηρημένα ρήματα.
Υπάρχουν τρεις τάξεις συνηρημένων ρημάτων, ανάλογα με το φωνήεν στο οποίο τελειώνει το θέμα τους:
- Α΄ τάξη: θέμα σε -α (π.χ. τιμάω, τιμῶ)
- Β΄ τάξη: θέμα σε -ε (π.χ. φιλέω, φιλῶ)
- Γ΄ τάξη: θέμα σε -ο (π.χ. ἀξιόω, ἀξιῶ) — αυτή είναι η τάξη που μαθαίνουμε εδώ
Το πιο εύκολο σημάδι για να αναγνωρίσεις ένα ρήμα της γ΄ τάξης είναι το ενεστωτικό απαρέμφατο και η α΄ ενικού: όλα τελειώνουν σε -όω στον αδιαίρετο τύπο και συναιρούνται σε -ῶ (π.χ. ἀξιόω → ἀξιῶ, δικαιόω → δικαιῶ, ἐλευθερόω → ἐλευθερῶ). Στη νέα ελληνική, πολλά από αυτά τα ρήματα επιβίωσαν ως ρήματα σε -ώνω: ἀξιόω → αξιώνω, ἐλευθερόω → ελευθερώνω, δικαιόω → δικαιώνω.
Οι κανόνες της συναίρεσης στη γ΄ τάξη
Στα ρήματα της γ΄ τάξης, το χαρακτηριστικό φωνήεν του θέματος είναι το -ο-. Όταν αυτό συναντά τα φωνήεντα των καταλήξεων, ισχύουν τρεις σταθεροί κανόνες:
| Φωνήεν θέματος | + | Φωνήεν κατάληξης | = | Αποτέλεσμα συναίρεσης |
|---|---|---|---|---|
| ο | + | η, ω | = | ω |
| ο | + | ε, ο, ου | = | ου |
| ο | + | ει, η, οι | = | οι |
Η κατάληξη -ῃ (με υπογεγραμμένη) συναιρείται σε -οι, όχι σε -ω! Θυμήσου: η -ῃ αναλύεται σε η+ι, και το -ι- «τραβάει» τη συναίρεση προς το -οι-. Γι' αυτό η β΄ και γ΄ ενικού της υποτακτικής ενεστώτα (ἀξιό-ῃς, ἀξιό-ῃ) καταλήγουν σε -οῖς, -οῖ και όχι σε -ῶς, -ῶ. Πρόσεξε επίσης ότι στην οριστική και στην υποτακτική β΄ και γ΄ ενικού μέσης φωνής οι τύποι είναι ίδιοι (ἀξιοῖ και για τα δύο) — μόνο τα συμφραζόμενα δείχνουν ποια έγκλιση εννοείται.
Η κλίση του ρήματος ἀξιόω, ἀξιῶ
Το ρήμα ἀξιόω, ἀξιῶ εμφανίζεται στο κείμενο της ενότητας («μηδεὶς... ἀξιούτω», «Ὁ δὲ ἄξιος ὢν μεγάλων ἀξιοίη ἂν μικρῶν ἑαυτόν») και χρησιμεύει ως το βασικό υπόδειγμα («παράδειγμα») για όλη την τάξη.
Ενεστώτας, ενεργητική φωνή
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Ευκτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| α΄ εν. | (ἀξιό-ω) ἀξιῶ | (ἀξιό-ω) ἀξιῶ | (ἀξιό-οιμι) ἀξιοῖμι | — |
| β΄ εν. | (ἀξιό-εις) ἀξιοῖς | (ἀξιό-ῃς) ἀξιοῖς | (ἀξιό-οις) ἀξιοῖς | (ἀξίο-ε) ἀξίου |
| γ΄ εν. | (ἀξιό-ει) ἀξιοῖ | (ἀξιό-ῃ) ἀξιοῖ | (ἀξιό-οι) ἀξιοῖ | (ἀξιό-έτω) ἀξιούτω |
| α΄ πληθ. | (ἀξιό-ομεν) ἀξιοῦμεν | (ἀξιό-ωμεν) ἀξιῶμεν | (ἀξιό-οιμεν) ἀξιοῖμεν | — |
| β΄ πληθ. | (ἀξιό-ετε) ἀξιοῦτε | (ἀξιό-ητε) ἀξιῶτε | (ἀξιό-οιτε) ἀξιοῖτε | (ἀξιό-ετε) ἀξιοῦτε |
| γ΄ πληθ. | (ἀξιό-ουσι) ἀξιοῦσι | (ἀξιό-ωσι) ἀξιῶσι | (ἀξιό-οιεν) ἀξιοῖεν | (ἀξιό-όντων) ἀξιούντων |
Απαρέμφατο: (ἀξιό-εν) ἀξιοῦν · Μετοχή (ονομ. εν. αρσ.): (ἀξιό-ων) ἀξιῶν
Ο τύπος ἀξιούτω (γ΄ εν. προστακτικής ενεστώτα ε.φ.) είναι ακριβώς αυτός που συναντάμε στο κείμενο του Ισοκράτη: «μηδεὶς ὑμῶν... ἀξιούτω τοῦ τιμήματος ἀφαιρεῖν» («κανείς από εσάς ας μη θεωρεί σωστό να μειώσει το πρόστιμο»).
Ενεστώτας, μέση φωνή
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Ευκτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| α΄ εν. | (ἀξιό-ομαι) ἀξιοῦμαι | (ἀξιό-ωμαι) ἀξιῶμαι | (ἀξιό-οίμην) ἀξιοίμην | — |
| β΄ εν. | (ἀξιό-ῃ) ἀξιοῖ | (ἀξιό-ῃ) ἀξιοῖ | (ἀξιό-οιο) ἀξιοῖο | (ἀξιό-ου) ἀξιοῦ |
| γ΄ εν. | (ἀξιό-εται) ἀξιοῦται | (ἀξιό-ηται) ἀξιῶται | (ἀξιό-οιτο) ἀξιοῖτο | (ἀξιό-έσθω) ἀξιούσθω |
| α΄ πληθ. | (ἀξιό-όμεθα) ἀξιούμεθα | (ἀξιό-ώμεθα) ἀξιώμεθα | (ἀξιό-οίμεθα) ἀξιοίμεθα | — |
| β΄ πληθ. | (ἀξιό-εσθε) ἀξιοῦσθε | (ἀξιό-ησθε) ἀξιῶσθε | (ἀξιό-οισθε) ἀξιοῖσθε | (ἀξιό-εσθε) ἀξιοῦσθε |
| γ΄ πληθ. | (ἀξιό-ονται) ἀξιοῦνται | (ἀξιό-ωνται) ἀξιῶνται | (ἀξιό-οιντο) ἀξιοῖντο | (ἀξιό-έσθων) ἀξιούσθων |
Απαρέμφατο: (ἀξιό-εσθαι) ἀξιοῦσθαι · Μετοχή (ονομ. εν. θηλ.): (ἀξιο-ομένη) ἀξιουμένη
Παρατατικός, ενεργητική φωνή
| Πρόσωπο | Οριστική |
|---|---|
| α΄ εν. | (ἠξίο-ον) ἠξίουν |
| β΄ εν. | (ἠξίο-ες) ἠξίους |
| γ΄ εν. | (ἠξίο-ε) ἠξίου |
| α΄ πληθ. | (ἠξιό-ομεν) ἠξιοῦμεν |
| β΄ πληθ. | (ἠξιό-ετε) ἠξιοῦτε |
| γ΄ πληθ. | (ἠξίο-ον) ἠξίουν |
Παρατατικός, μέση φωνή
| Πρόσωπο | Οριστική |
|---|---|
| α΄ εν. | (ἠξιό-όμην) ἠξιούμην |
| β΄ εν. | (ἠξιό-ου) ἠξιοῦ |
| γ΄ εν. | (ἠξιό-ετο) ἠξιοῦτο |
| α΄ πληθ. | (ἠξιό-όμεθα) ἠξιούμεθα |
| β΄ πληθ. | (ἠξιό-εσθε) ἠξιοῦσθε |
| γ΄ πληθ. | (ἠξιό-οντο) ἠξιοῦντο |
Στον παρατατικό, η αύξηση ἐ- μπροστά από το θέμα ἀξιο- συναιρείται κι αυτή: ἐ + ἀξιο- → ἠξιο- (το ε και το α συναιρούνται σε η, όπως γίνεται σε κάθε ρήμα που το θέμα του ξεκινάει από φωνήεν). Γι' αυτό γράφουμε ἠξίουν, όχι «ἐξιόουν».
Πώς σχηματίζονται οι υπόλοιποι χρόνοι
Τα συνηρημένα ρήματα της γ΄ τάξης, όταν φτάνουν στο σχηματισμό των υπόλοιπων χρόνων (Μέλλοντας, Αόριστος, Παρακείμενος, Υπερσυντέλικος), ακολουθούν τη γενική κλίση των βαρύτονων φωνηεντόληκτων ρημάτων. Πριν προσθέσουν το χαρακτηριστικό πρόσφυμα κάθε χρόνου, τρέπουν (εκτείνουν) το χαρακτήρα τους από -ο- σε -ω-:
Δηλαδή το -ο- του θέματος «μεγαλώνει» σε -ω- πριν προστεθεί το -σ- του μέλλοντα και του αορίστου, ή το -κ- του παρακειμένου.
Άλλα ρήματα της ίδιας τάξης στην ενότητα
Στις ασκήσεις της ενότητας συναντάμε κι άλλα ρήματα της γ΄ τάξης, που κλίνονται ακριβώς όπως το ἀξιόω: δουλόω, δουλῶ, δηλόω, δηλῶ, ἐλευθερόω, ἐλευθερῶ, δικαιόω, δικαιῶ, ζημιόω, ζημιῶ, πληρόομαι, πληροῦμαι και ὑπνόω, ὑπνῶ.
| Ρήμα | Σημασία | Ν.ε. απόγονος |
|---|---|---|
| δουλόω, δουλῶ | υποδουλώνω | (δουλεύω) |
| δηλόω, δηλῶ | φανερώνω, δείχνω | δηλώνω |
| ἐλευθερόω, ἐλευθερῶ | απελευθερώνω | ελευθερώνω |
| δικαιόω, δικαιῶ | δικαιώνω | δικαιώνω |
| ζημιόω, ζημιῶ | τιμωρώ, ζημιώνω | ζημιώνω |
| πληρόομαι, πληροῦμαι | γεμίζω | πληρούμαι |
| ὑπνόω, ὑπνῶ | κοιμάμαι | (ύπνος) |
Παρατήρησε πόσο ζωντανά έμειναν αυτά τα ρήματα: το αρχαίο -όω, -ῶ έγινε στη νέα ελληνική -ώνω. Έτσι το ἀξιόω έδωσε το «αξιώνω» (και τα σύνθετά του «απαξιώνω», «καταξιώνω»), το δηλόω το «δηλώνω», το ζημιόω το «ζημιώνω». Η κατάληξη άλλαξε μορφή, αλλά η ρίζα και η βασική σημασία του ρήματος διατηρήθηκαν αναλλοίωτες για περισσότερα από 2.000 χρόνια.