Η Β' Τάξη Συνηρημένων Ρημάτων σε -έω, -ῶ 📚
Τι είναι τα συνηρημένα ρήματα
Στην αρχαία ελληνική, μερικά ρήματα έχουν θέμα που τελειώνει σε φωνήεν (α, ε ή ο). Όταν σε αυτό το θέμα προστεθεί η κατάληξη, το τελευταίο φωνήεν του θέματος συναιρείται (ενώνεται) με το πρώτο φωνήεν της κατάληξης και σχηματίζεται ένα νέο, ενιαίο φωνήεν ή δίφθογγος. Αυτά τα ρήματα ονομάζονται συνηρημένα ρήματα, και ανάλογα με το φωνήεν στο οποίο λήγει το θέμα τους χωρίζονται σε τρεις τάξεις: α' τάξη σε -άω, -ῶ, β' τάξη σε -έω, -ῶ και γ' τάξη σε -όω, -ῶ.
Στο κείμενο της Ενότητας συναντάμε τους τύπους οἰκοῖμεν, ὁμονοοῖμεν και εὐδοκιμοῖμεν, που ανήκουν στη β' τάξη συνηρημένων ρημάτων σε -έω, -ῶ. Για να κλίνουμε σωστά αυτά τα ρήματα στον ενεστώτα και στον παρατατικό, χρειάζεται να γνωρίζουμε τις συναιρέσεις που ισχύουν γι' αυτά.
Συναίρεση είναι η ένωση δύο διαδοχικών φωνηέντων (ή ενός φωνήεντος με μια δίφθογγο) σε ένα ενιαίο φωνήεν ή δίφθογγο. Είναι σαν να «συγχωνεύονται» δύο ήχοι σε έναν, ακριβώς όπως στα νέα ελληνικά προφέρουμε γρήγορα «δε θέλω» και ακούγεται σχεδόν «δε θέω».
Οι βασικές συναιρέσεις της β' τάξης
Το τελικό -ε- του θέματος των ρημάτων σε -έω συναιρείται με το φωνήεν ή τη δίφθογγο της κατάληξης σύμφωνα με τους εξής κανόνες:
| Συναίρεση | Αποτέλεσμα |
|---|---|
| ε + ε | ει |
| ε + ο | ου |
| ε + μακρό φωνήεν ή δίφθογγος | επικρατεί το μακρό φωνήεν ή η δίφθογγος |
Πολλοί μαθητές ξεχνούν ότι όταν το -ε- συναντά ήδη μακρό φωνήεν ή δίφθογγο της κατάληξης (π.χ. -ῃ, -ῳ, -ου), το αποτέλεσμα της συναίρεσης είναι ίδιο με αυτό το μακρό φωνήεν ή τη δίφθογγο — δεν δημιουργείται κάτι καινούργιο. Το -ε- απλώς «χάνεται» μέσα στο μακρύτερο φωνήεν.
Η κλίση του ρήματος ποιέω, ποιῶ
Ας δούμε πώς κλίνεται ένα τυπικό ρήμα της β' τάξης, το ποιέω, ποιῶ (= κάνω, δημιουργώ), στον ενεστώτα και στον παρατατικό, και στις δύο φωνές.
Ενεστώτας, ενεργητική φωνή (ε.φ.)
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Ευκτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| α' εν. | (ποιέ-ω) ποιῶ | (ποιέ-ω) ποιῶ | (ποιέ-οιμι) ποιοῖμι | — |
| β' εν. | (ποιέ-εις) ποιεῖς | (ποιέ-ῃς) ποιῇς | (ποιέ-οις) ποιοῖς | (ποίε-ε) ποίει |
| γ' εν. | (ποιέ-ει) ποιεῖ | (ποιέ-ῃ) ποιῇ | (ποιέ-οι) ποιοῖ | (ποιε-έτω) ποιείτω |
| α' πληθ. | (ποιέ-ομεν) ποιοῦμεν | (ποιέ-ωμεν) ποιῶμεν | (ποιέ-οιμεν) ποιοῖμεν | — |
| β' πληθ. | (ποιέ-ετε) ποιεῖτε | (ποιέ-ητε) ποιῆτε | (ποιέ-οιτε) ποιοῖτε | (ποιέ-ετε) ποιεῖτε |
| γ' πληθ. | (ποιέ-ουσι) ποιοῦσι(ν) | (ποιέ-ωσι) ποιῶσι(ν) | (ποιέ-οιεν) ποιοῖεν | (ποιε-έτωσαν) ποιείτωσαν |
Απαρέμφατο: (ποιέ-ειν) ποιεῖν · Μετοχή (ονομ. εν. αρσ.): (ποιέ-ων) ποιῶν
Παρατατικός, ενεργητική φωνή (ε.φ.)
| Πρόσωπο | Οριστική |
|---|---|
| α' εν. | (ἐποίε-ον) ἐποίουν |
| β' εν. | (ἐποίε-ες) ἐποίεις |
| γ' εν. | (ἐποίε-ε) ἐποίει |
| α' πληθ. | (ἐποιέ-ομεν) ἐποιοῦμεν |
| β' πληθ. | (ἐποιέ-ετε) ἐποιεῖτε |
| γ' πληθ. | (ἐποίε-ον) ἐποίουν |
Ενεστώτας, μέση/παθητική φωνή (μ.φ.)
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Ευκτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| α' εν. | (ποιέ-ομαι) ποιοῦμαι | (ποιέ-ωμαι) ποιῶμαι | (ποιε-οίμην) ποιοίμην | — |
| β' εν. | (ποιέ-ῃ) ποιῇ | (ποιέ-ῃ) ποιῇ | (ποιέ-οιο) ποιοῖο | (ποίε-ου) ποιοῦ |
| γ' εν. | (ποιέ-εται) ποιεῖται | (ποιέ-ηται) ποιῆται | (ποιέ-οιτο) ποιοῖτο | (ποιε-έσθω) ποιείσθω |
| α' πληθ. | (ποιε-όμεθα) ποιούμεθα | (ποιε-ώμεθα) ποιώμεθα | (ποιε-οίμεθα) ποιοίμεθα | — |
| β' πληθ. | (ποιέ-εσθε) ποιεῖσθε | (ποιέ-ησθε) ποιῆσθε | (ποιέ-οισθε) ποιοῖσθε | (ποιέ-εσθε) ποιεῖσθε |
| γ' πληθ. | (ποιέ-ονται) ποιοῦνται | (ποιέ-ωνται) ποιῶνται | (ποιέ-οιντο) ποιοῖντο | (ποιε-έσθωσαν) ποιείσθωσαν |
Απαρέμφατο: (ποιέ-εσθαι) ποιεῖσθαι · Μετοχή (ονομ. εν. ουδ.): (ποιε-όμενον) ποιούμενον
Παρατατικός, μέση/παθητική φωνή (μ.φ.)
| Πρόσωπο | Οριστική |
|---|---|
| α' εν. | (ἐποιε-όμην) ἐποιούμην |
| β' εν. | (ἐποιέ-ου) ἐποιοῦ |
| γ' εν. | (ἐποιέ-ετο) ἐποιεῖτο |
| α' πληθ. | (ἐποιε-όμεθα) ἐποιούμεθα |
| β' πληθ. | (ἐποιέ-εσθε) ἐποιεῖσθε |
| γ' πληθ. | (ἐποιέ-οντο) ἐποιοῦντο |
Πώς αυτό εξηγεί τους τύπους του κειμένου
Οι τύποι του κειμένου προέρχονται από την ίδια λογική συναίρεσης:
- οἰκοῖμεν (< οἰκέ-οιμεν): ρήμα οἰκέω, οἰκῶ (= κατοικώ), α' πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής
- ὁμονοοῖμεν (< ὁμονοέ-οιμεν): ρήμα ὁμονοέω, ὁμονοῶ (= έχω ομόνοια), α' πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής
- εὐδοκιμοῖμεν (< εὐδοκιμέ-οιμεν): ρήμα εὐδοκιμέω, εὐδοκιμῶ (= χαίρω εκτίμησης), α' πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής
Και οι τρεις τύποι είναι ευκτική ενεστώτα, γιατί βρίσκονται μέσα σε υποθετικό λόγο (εἰ... οἰκοῖμεν, ὁμονοοῖμεν, εὐδοκιμοῖμεν) που εκφράζει την απλή σκέψη του ομιλητή.
Παρατηρήσεις
Τα συνηρημένα ρήματα της β' τάξης σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους (μέλλοντα, αόριστο, παρακείμενο, υπερσυντέλικο) όπως τα βαρύτονα φωνηεντόληκτα ρήματα, αφού πρώτα τρέψουν το -ε- του χαρακτήρα τους σε -η-. Έτσι, από το ποιέω, ποιῶ έχουμε: ποιή-σω (μέλλοντας), ἐποίη-σα (αόριστος), πεποίη-κα (παρακείμενος), ἐπεποιή-κειν (υπερσυντέλικος).
Τα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα (π.χ. πλέω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό συναιρούν το -ε- του χαρακτήρα τους μόνο με το -ε- ή το -ει- της κατάληξης: πλέω, πλεῖς, πλεῖ, πλέομεν, πλεῖτε, πλέουσι(ν).
Το συνηρημένο ρήμα δέω, δῶ (= δένω) αποτελεί εξαίρεση ανάμεσα στα μονοσύλλαβα ρήματα σε -έω: συναιρεί το -ε- του χαρακτήρα του με το φωνήεν ή τη δίφθογγο της κατάληξης με διαφορετικό τρόπο από τον γενικό κανόνα των μονοσύλλαβων ρημάτων.