1. Γραμματική
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Τα συνηρημένα ρήματα – Η πρώτη τάξη (-άω, -ῶ) 🔤

Τι είναι τα συνηρημένα ρήματα

Μέσα στο κείμενο της ενότητας συναντάς ρηματικούς τύπους όπως τα λυπεῖται, ἡγεῖται, ἐπιθυμεῖ, δοκεῖ. Οι καταλήξεις τους μοιάζουν με τις καταλήξεις των συνηθισμένων («βαρύτονων») ρημάτων, όμως ο τονισμός τους είναι διαφορετικός. Πρόκειται για τα συνηρημένα ή αλλιώς περισπώμενα ρήματα.

Συνηρημένα λέγονται τα φωνηεντόληκτα ρήματα των οποίων ο χαρακτήρας (δηλαδή το τελευταίο γράμμα του θέματος) -α-, -ε- ή -ο- συγχωνεύεται με το αμέσως επόμενο φωνήεν της κατάληξης. Αυτή η συγχώνευση δύο φωνηέντων σε ένα λέγεται συναίρεση — το ίδιο φαινόμενο που συμβαίνει και στα νέα ελληνικά, όταν λέμε «αγαπάει» → «αγαπά».

Ένα φαινόμενο που ζει ακόμα στα νέα ελληνικά

Όταν ένας μαθητής λέει «αγαπάω» ή «αγαπώ», χρησιμοποιεί ακριβώς τον ίδιο μηχανισμό συναίρεσης που περιγράφει αυτό το μάθημα για την αρχαία ελληνική. Το «-άω» και το «-ώ» δεν είναι δύο διαφορετικά ρήματα, αλλά η ασυναίρετη και η συνηρημένη μορφή του ίδιου ρήματος — ακριβώς όπως τιμάω και τιμῶ στα αρχαία.

Οι τρεις τάξεις των συνηρημένων

Τα συνηρημένα ρήματα χωρίζονται σε τρεις τάξεις, ανάλογα με το φωνήεν στο οποίο λήγει ο χαρακτήρας τους:

ΤάξηΧαρακτήραςΠαράδειγμα
α΄ τάξη-α-τιμάω, τιμῶ
β΄ τάξη-ε-ποιέω, ποιῶ
γ΄ τάξη-ο-δηλόω, δηλῶ

Το μάθημα αυτό ασχολείται με την α΄ τάξη (σε -άω, -ῶ), στην οποία ανήκουν και ρηματικοί τύποι του κειμένου, όπως το ἀνιᾷ («ενοχλεί, στενοχωρεί» — από το ρήμα ἀνιάω, ἀνιῶ), το οποίο χρησιμοποιείται και ως το βασικό παράδειγμα κλίσης παρακάτω.

Πώς σχηματίζεται ένας συνηρημένος τύπος

Οι συναιρέσεις αφορούν μόνο τον ενεστώτα και τον παρατατικό, σε όλες τις εγκλίσεις. Η διαδικασία έχει δύο βήματα:

  1. Γράφουμε και τονίζουμε το ρήμα στην ασυναίρετη μορφή του, όπως θα κάναμε με ένα συνηθισμένο ρήμα: τιμά-ω, τιμά-εις, τιμά-ει, τιμά-ομεν, τιμά-ετε, τιμά-ουσι(ν).
  2. Συναιρούμε τον χαρακτήρα του ρήματος με το φωνήεν ή τη δίφθογγο της κατάληξης, σύμφωνα με τον πίνακα συναιρέσεων της τάξης: τιμά-ετε → τιμᾶτε.

Πού πέφτει ο τόνος

Η θέση του τόνου:

  • Αν στον ασυναίρετο τύπο ο τόνος δεν βρίσκεται σε μία από τις συλλαβές που συναιρούνται, μένει στην ίδια θέση: ἐσκόπεον → ἐσκόπουν.
  • Αν ο τόνος βρίσκεται σε μία από τις συλλαβές που συναιρούνται, μετακινείται στη συλλαβή που προκύπτει από τη συναίρεση: σκοπέω → σκοπῶ.

Το είδος του τόνου, όταν η τονιζόμενη συλλαβή προέρχεται από συναίρεση:

  • Στην προπαραλήγουσα: οξύνεται. Π.χ. ἐσκοπεόμεθα → ἐσκοπούμεθα.
  • Στην παραλήγουσα: παίρνει περισπωμένη, αν η λήγουσα είναι βραχύχρονη· διαφορετικά οξύνεται. Π.χ. σκοπέετε → σκοπεῖτε, αλλά σκοπεέτω → σκοπείτω.
  • Στη λήγουσα: περισπάται. Π.χ. σκοπέω → σκοπῶ.

Η κλίση της α΄ τάξης (-άω, -ῶ): το ρήμα ἀνιάω, ἀνιῶ

Οι συναιρέσεις της α΄ τάξης ακολουθούν αυτούς τους κανόνες:

ΣυναίρεσηΑποτέλεσμα
α + εα
α + ει, ηᾳ
α + ο, ου, ωω
α + οιῳ

Ενεστώτας ενεργητικής φωνής

ΠρόσωποΟριστικήΥποτακτική
α΄ εν.(ἀνιά-ω) ἀνιῶ(ἀνιά-ω) ἀνιῶ
β΄ εν.(ἀνιά-εις) ἀνιᾷς(ἀνιά-ῃς) ἀνιᾷς
γ΄ εν.(ἀνιά-ει) ἀνιᾷ(ἀνιά-ῃ) ἀνιᾷ
α΄ πληθ.(ἀνιά-ομεν) ἀνιῶμεν(ἀνιά-ωμεν) ἀνιῶμεν
β΄ πληθ.(ἀνιά-ετε) ἀνιᾶτε(ἀνιά-ητε) ἀνιᾶτε
γ΄ πληθ.(ἀνιά-ουσι) ἀνιῶσι(ν)(ἀνιά-ωσι) ἀνιῶσι(ν)
ΠρόσωποΕυκτικήΠροστακτική
α΄ εν.(ἀνιά-οιμι) ἀνιῷμι—
β΄ εν.(ἀνιά-οις) ἀνιῷς(ἀνιά-ε) ἀνία
γ΄ εν.(ἀνιά-οι) ἀνιῷ(ἀνιά-έτω) ἀνιάτω
α΄ πληθ.(ἀνιά-οιμεν) ἀνιῷμεν—
β΄ πληθ.(ἀνιά-οιτε) ἀνιῷτε(ἀνιά-ετε) ἀνιᾶτε
γ΄ πληθ.(ἀνιά-οιεν) ἀνιῷεν(ἀνιά-όντων) ἀνιώντων

Απαρέμφατο: (ἀνιά-εν) ἀνιᾶν. Μετοχή (ονομ. εν. ουδ.): (ἀνιά-ον) ἀνιῶν.

Παρατατικός ενεργητικής φωνής (οριστική)

ΠρόσωποΤύπος
α΄ εν.(ἠνία-ον) ἠνίων
β΄ εν.(ἠνία-ες) ἠνίας
γ΄ εν.(ἠνία-ε) ἠνία
α΄ πληθ.(ἠνιά-ομεν) ἠνιῶμεν
β΄ πληθ.(ἠνιά-ετε) ἠνιᾶτε
γ΄ πληθ.(ἠνία-ον) ἠνίων

Ενεστώτας μέσης φωνής

ΠρόσωποΟριστικήΥποτακτική
α΄ εν.(ἀνιά-ομαι) ἀνιῶμαι(ἀνιά-ωμαι) ἀνιῶμαι
β΄ εν.(ἀνιά-ῃ) ἀνιᾷ(ἀνιά-ῃ) ἀνιᾷ
γ΄ εν.(ἀνιά-εται) ἀνιᾶται(ἀνιά-ηται) ἀνιᾶται
α΄ πληθ.(ἀνιά-ομεθα) ἀνιώμεθα(ἀνιά-ωμεθα) ἀνιώμεθα
β΄ πληθ.(ἀνιά-εσθε) ἀνιᾶσθε(ἀνιά-ησθε) ἀνιᾶσθε
γ΄ πληθ.(ἀνιά-ονται) ἀνιῶνται(ἀνιά-ωνται) ἀνιῶνται
ΠρόσωποΕυκτικήΠροστακτική
α΄ εν.(ἀνιά-οίμην) ἀνιῴμην—
β΄ εν.(ἀνιά-οιο) ἀνιῷο(ἀνιά-ου) ἀνιῶ
γ΄ εν.(ἀνιά-οιτο) ἀνιῷτο(ἀνιά-έσθω) ἀνιάσθω
α΄ πληθ.(ἀνιά-οίμεθα) ἀνιῴμεθα—
β΄ πληθ.(ἀνιά-οισθε) ἀνιῷσθε(ἀνιά-εσθε) ἀνιάσθε
γ΄ πληθ.(ἀνιά-οιντο) ἀνιῷντο(ἀνιά-έσθων) ἀνιάσθων

Απαρέμφατο: (ἀνιά-εσθαι) ἀνιᾶσθαι. Μετοχή (ονομ. εν. θηλ.): (ἀνιά-ομένη) ἀνιωμένη.

Παρατατικός μέσης φωνής (οριστική)

ΠρόσωποΤύπος
α΄ εν.(ἠνια-όμην) ἠνιώμην
β΄ εν.(ἠνια-ου) ἠνιῶ
γ΄ εν.(ἠνια-ετο) ἠνιᾶτο
α΄ πληθ.(ἠνια-όμεθα) ἠνιώμεθα
β΄ πληθ.(ἠνια-εσθε) ἠνιᾶσθε
γ΄ πληθ.(ἠνια-οντο) ἠνιῶντο

Τι αλλάζει στους υπόλοιπους χρόνους

Τα συνηρημένα ρήματα της πρώτης τάξης σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους (μέλλοντα, αόριστο, παρακείμενο κ.λπ.) όπως τα συνηθισμένα φωνηεντόληκτα ρήματα, αφού πρώτα τρέψουν τον χαρακτήρα τους -α- σε -η-: τιμάω, τιμῶ → τιμή-σω, ἐτίμη-σα, τετίμη-κα, ἐτετιμή-κειν.

Τέσσερα ρήματα με ιδιαίτερη συμπεριφορά

Τα ρήματα ζῶ, πεινῶ, διψῶ, χρῶμαι έχουν χρονικό χαρακτήρα -η- και όχι -α-. Κλίνονται όπως τα ρήματα σε -άω, αλλά όπου τα κανονικά ρήματα σε -άω έχουν -α- και -ᾳ-, αυτά έχουν -η- και -ῃ-: ζῶ, ζῇς, ζῇ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι.

Γιατί «ζῶ» και όχι «ζάω»;

Το ρήμα «ζῶ» δεν είναι ανώμαλο επειδή δεν ακολουθεί κανέναν κανόνα, αλλά επειδή ακολουθεί τον κανόνα μιας μικρής, ξεχωριστής ομάδας ρημάτων με χαρακτήρα -η- αντί για -α-. Στα νέα ελληνικά λέμε ακόμα «ζω», «πεινώ», «διψώ» — απόδειξη ότι αυτά τα ρήματα διατήρησαν τη μορφή τους σχεδόν αναλλοίωτη μέσα σε χιλιάδες χρόνια.