1. Γραμματική
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παραθετικά Επιθέτων και Επιρρημάτων 📊

Στην πρώτη περίοδο του κειμένου της Ενότητας συναντήσαμε τους τύπους εὐδαιμονεστάτους, μεγίστων, καλλίστων και κάλλιστον. Όλοι αυτοί είναι τύποι υπερθετικού βαθμού. Σε αυτό το μάθημα θα δούμε πώς σχηματίζονται οι βαθμοί των επιθέτων και των επιρρημάτων στα αρχαία ελληνικά.

Οι τρεις βαθμοί

Όπως και στη νέα ελληνική, τα επίθετα και τα επιρρήματα έχουν τρεις βαθμούς:

  • ο θετικός (π.χ. σοφός)
  • ο συγκριτικός (π.χ. σοφότερος)
  • ο υπερθετικός (π.χ. σοφότατος)

Ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός λέγονται μαζί παραθετικά του επιθέτου ή του επιρρήματος. Σχηματίζονται με δύο τρόπους: μονολεκτικά (με κατάληξη, όπως σοφότερος) ή περιφραστικά (με άλλη λέξη μπροστά, όπως θα δούμε παρακάτω).

Ι. Παραθετικά επιθέτων

Α. Ομαλά παραθετικά

Τα περισσότερα δευτερόκλιτα επίθετα (σε -ος) σχηματίζουν τα παραθετικά τους προσθέτοντας στο θέμα τους -τερος, -τέρα, -τερον (συγκριτικός) και -τατος, -τάτη, -τατον (υπερθετικός). Το ερώτημα είναι αν πριν από αυτές τις καταλήξεις μπαίνει -ο- ή -ω-. Αυτό εξαρτάται από το αν η παραλήγουσα του επιθέτου στον θετικό βαθμό είναι μακρά ή βραχεία συλλαβή.

Παραλήγουσα θετικούΓράμμα πριν την κατάληξηΠαράδειγμα
Μακρά-ο-ξηρός → ξηρότερος → ξηρότατος
Βραχεία-ω-σοφός → σοφώτερος → σοφώτατος

Το πρόβλημα του δίχρονου φωνήεντος

Όταν η παραλήγουσα ενός επιθέτου έχει δίχρονο φωνήεν (α, ι, υ — φωνήεντα που άλλοτε προφέρονταν μακρά κι άλλοτε βραχέα), δεν μπορούμε να ξέρουμε απλώς κοιτάζοντας τη λέξη αν είναι μακρό ή βραχύ. Χρειάζεται να το θυμόμαστε. Βοηθούν οι εξής κανόνες:

Έχουν το δίχρονο μακρό (άρα -ο- στα παραθετικά):

  • τα επίθετα ἀνιαρός, ἰσχυρός, ψιλός, φλύαρος, πρᾶος, λιτός (π.χ. ἀνιαρός → ἀνιαρότερος → ἀνιαρότατος)
  • τα σύνθετα επίθετα με δεύτερο συνθετικό τα ουσιαστικά λύπη, κίνδυνος, ψυχή, θυμός, τιμή, νίκη, κῦρος (π.χ. εὔψυχος → εὐψυχότερος → εὐψυχότατος)

Έχουν το δίχρονο βραχύ (άρα -ω- στα παραθετικά) τα επίθετα που λήγουν σε:

  • -ιος, -ικος, -ιμος, -ινος (π.χ. δόκιμος → δοκιμώτερος → δοκιμώτατος)
  • -ακος, -αλος, -αμος, -ανος, -ατος (π.χ. δυνατός → δυνατώτερος → δυνατώτατος)
  • -αρος, -υρος, -χος (π.χ. ἥσυχος → ἡσυχώτερος → ἡσυχώτατος)

Β. Ανώμαλα παραθετικά επιθέτων

Μερικά πολύ συχνά επίθετα δεν ακολουθούν τον κανονικό σχηματισμό, αλλά έχουν εντελώς διαφορετικές ρίζες στον συγκριτικό και υπερθετικό βαθμό —ακριβώς όπως στα νέα ελληνικά το «καλός» δεν κάνει «καλότερος» αλλά «καλύτερος».

ΘετικόςΣυγκριτικόςΥπερθετικός
ἀγαθόςὁ/ἡ ἀμείνων, τὸ ἄμεινονἄριστος, -η, -ον
ὁ/ἡ βελτίων, τὸ βέλτιονβέλτιστος, -η, -ον
ὁ/ἡ κρείττων, τὸ κρεῖττονκράτιστος, -η, -ον
ὁ/ἡ λῴων, τὸ λῷονλῷστος, -η, -ον
κακόςὁ/ἡ κακίων, τὸ κάκιονκάκιστος, -η, -ον
ὁ/ἡ χείρων, τὸ χεῖρονχείριστος, -η, -ον
καλόςὁ/ἡ καλλίων, τὸ κάλλιονκάλλιστος, -η, -ον
μέγαςὁ/ἡ μείζων, τὸ μεῖζονμέγιστος, -η, -ον
μικρόςὁ/ἡ ἐλάττων, τὸ ἔλαττονἐλάχιστος, -η, -ον
ὀλίγοςὁ/ἡ μείων, τὸ μεῖονὀλίγιστος, -η, -ον
πολύςὁ/ἡ πλείων, τὸ πλέονπλεῖστος, -η, -ον
Ένα επίθετο, τέσσερις διαφορετικοί συγκριτικοί!

Το επίθετο ἀγαθός είναι τόσο ακανόνιστο, που έχει τέσσερις διαφορετικούς τύπους συγκριτικού (ἀμείνων, βελτίων, κρείττων, λῴων) και τέσσερις του υπερθετικού (ἄριστος, βέλτιστος, κράτιστος, λῷστος)! Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη ν.ε.: λέμε «καλύτερος» αλλά και «άριστος», δύο εντελώς διαφορετικές λέξεις για τον ίδιο σκοπό.

Κλίση του ανώμαλου συγκριτικού

Ο συγκριτικός βαθμός των επιθέτων με ανώμαλα παραθετικά (π.χ. βελτίων) κλίνεται όπως το δικατάληκτο τριτόκλιτο επίθετο ὁ/ἡ σώφρων, τὸ σῶφρον:

ΠτώσηΑρσενικό–Θηλυκό ενικούΟυδέτερο ενικούΑρσενικό–Θηλυκό πληθυντικούΟυδέτερο πληθυντικού
Ονομ.ὁ/ἡ βελτίωντὸ βέλτιονοἱ/αἱ βελτίονες, βελτίουςτὰ βελτίονα, βελτίω
Γεν.τοῦ/τῆς βελτίονοςτοῦ βελτίονοςτῶν βελτιόνωντῶν βελτιόνων
Δοτ.τῷ/τῇ βελτίονιτῷ βελτίονιτοῖς/ταῖς βελτίοσιτοῖς βελτίοσι
Αιτ.τόν/τὴν βελτίονα, βελτίωτὸ βέλτιοντούς/τὰς βελτίονας, βελτίουςτὰ βελτίονα, βελτίω
Κλητ.(ὦ) βέλτιον(ὦ) βέλτιον(ὦ) βελτίονες, βελτίους(ὦ) βελτίονα, βελτίω

Γ. Περιφραστικοί τύποι παραθετικών

Όλα τα επίθετα (και τα επιρρήματα) μπορούν να σχηματίσουν τα παραθετικά τους και περιφραστικά, δηλαδή με μια ξεχωριστή λέξη μπροστά από τον θετικό βαθμό, αντί για κατάληξη:

  • Συγκριτικός = μᾶλλον + θετικός βαθμός
  • Υπερθετικός = μάλιστα + θετικός βαθμός

Παράδειγμα: εὐδαίμων (θετικός) → μᾶλλον εὐδαίμων (συγκριτικός) → μάλιστα εὐδαίμων (υπερθετικός).

Ίδια λογική στη νέα ελληνική

Χρησιμοποιούμε ακριβώς την ίδια λύση και σήμερα: λέμε «πιο ευτυχισμένος» και «πολύ ευτυχισμένος» αντί να φτιάξουμε δύσκολους τύπους όπως «ευτυχισμενότερος». Το μᾶλλον της αρχαίας αντιστοιχεί στο σημερινό «πιο», και το μάλιστα στο «πάρα πολύ» ή «πιο πολύ απ' όλα».

Δ. Επίθετα που δεν σχηματίζουν παραθετικά

Ορισμένα επίθετα δεν παίρνουν καθόλου παραθετικά, γιατί η σημασία τους δεν επιδέχεται διαβάθμιση («πιο» ή «λιγότερο»). Δεν σχηματίζουν παραθετικά τα επίθετα που δηλώνουν:

Τι δηλώνουνΠαράδειγμα
ύληλίθινος (φτιαγμένος από πέτρα)
τόποθαλάσσιος
χρόνοἐνιαύσιος (=ετήσιος)
μέτροπηχυαῖος
συγγένεια ή καταγωγήπατρικός
μόνιμη κατάστασηθνητός, ἀθάνατος

ΙΙ. Παραθετικά επιρρημάτων

Α. Ομαλά παραθετικά επιρρημάτων

Τα επιρρήματα σχηματίζουν τα παραθετικά τους με βάση τον αντίστοιχο βαθμό του επιθέτου:

  • Ο συγκριτικός βαθμός του επιρρήματος ταυτίζεται με την αιτιατική ενικού ουδετέρου του συγκριτικού βαθμού του επιθέτου (κατάληξη -τερον).
  • Ο υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος ταυτίζεται με την αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου του υπερθετικού βαθμού του επιθέτου (κατάληξη -τατα).

Παράδειγμα: δικαίως (θετικός) → δικαιότερον (συγκριτικός) → δικαιότατα (υπερθετικός).

Β. Ανώμαλα παραθετικά επιρρημάτων

Τα πιο συχνά επιρρήματα με ανώμαλα παραθετικά είναι:

ΘετικόςΣυγκριτικόςΥπερθετικός
εὖ (καλά)ἄμεινον, βέλτιον, κρεῖττονἄριστα, βέλτιστα, κράτιστα
κακῶς (άσχημα)χεῖρον, κάκιονχείριστα, κάκιστα
καλῶς (καλά)κάλλιονκάλλιστα
μάλα (πολύ)μᾶλλονμάλιστα
ὀλίγον (λίγο)μεῖον, ἔλαττον, ἧττονὀλίγιστα, ἐλάχιστα, ἥκιστα
πολύπλέονπλεῖστον, πλεῖστα
Το «μᾶλλον» και το «μάλιστα» δεν είναι μόνο περιφραστικά!

Πρόσεξε: τα ίδια τα μᾶλλον και μάλιστα είναι ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος μάλα. Γι' αυτό ακριβώς χρησιμοποιούνται και ως περιφραστικά μόρια μπροστά σε άλλα επίθετα και επιρρήματα — λειτουργούν σαν το δικό μας «πιο» και «πάρα πολύ».