Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: ἡ δόξα 📝
Τι σημαίνει η λέξη ἡ δόξα
Η λέξη ἡ δόξα στην αρχαία ελληνική σήμαινε κυρίως γνώμη ή αντίληψη — αυτό δηλαδή που κάποιος νομίζει ή πιστεύει. Στη νέα ελληνική η σημασία στένεψε: η «δόξα» έγινε συνώνυμο της φήμης και της τιμής. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα δοκῶ, που έχει δύο θέματα: δοκ- και δεκ-.
Στην αρχαία ελληνική η δόξα ήταν «γνώμη» (π.χ. στο κείμενο της ενότητας, «τὴν αὐτὴν... δόξαν ἂν ἔχοιμεν» σημαίνει «θα μπορούσαμε να έχουμε την ίδια αντίληψη»). Στη νέα ελληνική σημαίνει «φήμη, τιμή». Μην μπερδεύεις τις δύο σημασίες όταν μεταφράζεις αρχαίο κείμενο.
Πού συναντάς λέξεις της οικογένειας σήμερα
Η οικογένεια της δόξα κρύβεται σε πολλές λέξεις που χρησιμοποιείς καθημερινά:
- Όταν κάτι σου φαίνεται παράδοξο, σημαίνει ότι έρχεται σε αντίθεση με ό,τι θεωρείς λογικό.
- Ένας άνθρωπος φιλόδοξος αγαπά τη δόξα και επιδιώκει τη διάκριση.
- Στο σχολείο δίνεις δοκιμές· ένα κείμενο ανάλυσης λέγεται δοκίμιο.
- Στην εκκλησία ακούς να δοξολογούν τον Θεό.
- Λες για κάποιον ότι είναι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος, ανάλογα με το πώς βλέπει το μέλλον.
Η λέξη δόγμα προέρχεται από το ρήμα δοκῶ και αρχικά σήμαινε απλώς «αυτό που φαίνεται σωστό, γνώμη». Με τον καιρό απέκτησε τη σημερινή, αυστηρότερη σημασία της αδιαμφισβήτητης αρχής ή πεποίθησης (θρησκευτικό δόγμα, πολιτικό δόγμα).
Ο πίνακας της οικογένειας
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις κυριότερες λέξεις που σχηματίζονται από τα δύο θέματα δοκ- και δεκ-, ταξινομημένες σε απλές και σύνθετες.
| Κατηγορία | Αρχαία Ελληνική | Αρχαία / Νέα Ελληνική | Νέα Ελληνική |
|---|---|---|---|
| απλά | δοκῶ τὸ δόκημα ἡ δόκησις τὸ δόξασμα | δεκτικός δοκοῦν τὸ δόγμα δοξάζω ἡ δοξασία δοξαστικός δόκιμος δοκιμάζω ἡ δοκιμασία | δοκιμή δοκίμιο |
| σύνθετα | ἡ ἀδοξία | δοκησίσοφος ἀδόξαστος ἀδόκητος ἄδοξος ἔνδοξος ἐπίδοξος ἑτερόδοξος εὐδοκῶ ἡ ὀρθοδοξία ὁμόδοξος κακόδοξος φιλόδοξος μεγαλόδοξος κενόδοξος παράδοξος ἀποδεκτός ἀποδέκτης | δοξολογώ δοκιμιογράφος (απ)αισιόδοξος ανορθόδοξος ματαιόδοξος μισαλλόδοξος αποδοκιμασία μωροφιλόδοξος τρισένδοξος |
Οι λέξεις του πίνακα προέρχονται από δύο παράλληλα θέματα του ίδιου ρήματος: το δοκ- (δοκῶ, δόξα, δοκιμάζω) και το δεκ- (δέχομαι, δεκτικός, αποδεκτός). Και τα δύο σημαίνουν βασικά «αυτό που θεωρείται σωστό» ή «αυτό που γίνεται δεκτό» — η γνώμη και η αποδοχή είναι στενά συνδεδεμένες έννοιες.