Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: ὕδωρ 💧
Η αρχαία λέξη ὕδωρ σημαίνει το νερό, και είναι μία από τις πιο παραγωγικές λέξεις της αρχαίας ελληνικής: γύρω της χτίστηκαν δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα, από την ὑδρόγειο σφαίρα μέχρι το ενυδρείο του σπιτιού μας.
Απλές λέξεις από το ὕδωρ
Οι απλές (μη σύνθετες) ομόρριζες λέξεις δηλώνουν συνήθως μια ιδιότητα ή μια ενέργεια που σχετίζεται άμεσα με το νερό.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ὑδραίνω | υγραίνω, ραντίζω με νερό | — |
| τὸ ὕδρευμα | δεξαμενή νερού | ύδρευση |
| τὸ ὑδρεῖον | ο κουβάς | — |
| τὸ ὑδάτιον | το ρυάκι | — |
| ὑδρηλός, ὑδαρώδης, ὑδρόεις, ὑδατόεις | υγρός | — |
| ὑδρεύω, -ομαι | αντλώ νερό | ύδρευση, υδρευτικός |
| ἡ ὕδρευσις (-η) | η προμήθεια νερού | ύδρευση |
| ἡ ὕδρα | νερόφιδο | Λερναία Ύδρα |
| ἡ ὑδρία | αγγείο για νερό | — |
| ὑδαρής, ὑδατικός, ὑδάτινος, ὑδατώδης | νερουλός | — |
| υδατώνω | γεμίζω με νερό | υδατώνω |
Η Λερναία Ύδρα ήταν ένα τερατώδες πολυκέφαλο φίδι-νερόφιδο που ζούσε στη λίμνη της Λέρνας και το σκότωσε ο Ηρακλής σε έναν από τους δώδεκα άθλους του. Το όνομά της δεν είναι τυχαίο: προέρχεται ακριβώς από το ὕδωρ, αφού ζούσε μέσα στο νερό.
Σύνθετες λέξεις από το ὕδωρ
Οι σύνθετες λέξεις συνδυάζουν το ὕδωρ με άλλες λέξεις ή προθέσεις και δηλώνουν πιο σύνθετες έννοιες: όργανα, κατασκευές, καταστάσεις.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ὑδατοειδής, ὑδατοποσία, ὁ ὑδροπότης | σχετικά με το πόσιμο νερό | υδατοποσία |
| ἡ ὕδραυλις | αρχαίο μουσικό όργανο | — |
| ὑδραγωγός, τὸ ὑδραγωγεῖον (-είο) | αυτός που φέρνει νερό / κατασκευή μεταφοράς νερού | υδραγωγείο |
| ὁ ὑδράργυρος | μέταλλο υγρής μορφής | υδράργυρος |
| τὸ ὑδροκέφαλον | — | υδροκεφαλία |
| ὁ ὑδροχόος, ἡ ὑδρορρόη (-οή), ὑδροφόρος | αυτός που χύνει / μεταφέρει νερό | υδροχόος, υδρορροή, υδροφόρος |
| τὸ ὑδραυλικόν | — | υδραυλικός |
| ἄνυδρος, ἔνυδρος | χωρίς νερό / μέσα στο νερό | άνυδρος, ένυδρος |
| ἡ κλεψύδρα | αρχαίο όργανο μέτρησης χρόνου | κλεψύδρα |
| ἡ λειψυδρία | έλλειψη νερού | λειψυδρία |
| φίλυδρος | αυτός που αγαπά το νερό | — |
Στα νέα ελληνικά χρησιμοποιούμε πολύ συχνά σύνθετα του ὕδωρ χωρίς να το συνειδητοποιούμε: υδατάνθρακας, υδατογράφημα, υδατοσφαίριση, υδρατμός, υδρόβιος, υδρόγειος, υδρογόνο, υδροηλεκτρικός, υδροθεραπεία, υδροκυάνιο, υδροπλάνο, υδρόφιλος, αφυδάτωση, ενυδατώνω, ενυδατικός, ενυδρείο. Η ρίζα είναι πάντα η ίδια (ὑδ-/υδατ-), όσο κι αν η σημερινή λέξη φαίνεται τελείως σύγχρονη (π.χ. υδροπλάνο, υδρογόνο).