Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: αἴτιος ⚖️
Η λέξη αἴτιος δεν είναι άγνωστη — τη χρησιμοποιούμε κάθε φορά που ψάχνουμε «ποιος φταίει» για κάτι. Στο κείμενο της ενότητας τη συναντάμε στον τύπο αἰτίους, όταν ο Αλέξανδρος τιμωρεί «τοὺς αἰτίους τῆς ἀπωλείας» του Δαρείου, δηλαδή αυτούς που ευθύνονταν για τον θάνατό του.
Η λέξη προέρχεται από την παλαιότερη ρίζα *αἶτος, που σήμαινε «μερίδιο» — η ιδέα του «αίτιου» ξεκίνησε δηλαδή από το «μερίδιο ευθύνης» που αναλογεί σε κάποιον. Γύρω από αυτή τη ρίζα χτίστηκε μια ολόκληρη οικογένεια λέξεων, που τη χρησιμοποιούμε ασυναίσθητα κάθε μέρα: όταν κάνουμε μια αίτηση, όταν κάτι έχει μια αιτιολογία, όταν κάποιος παραιτείται ή όταν λέμε ότι μια συμπεριφορά είναι αναιτιολόγητη.
Απλές λέξεις: η βασική σημασία
Οι απλές (μη σύνθετες) ομόρριζες λέξεις κινούνται γύρω από δύο βασικές έννοιες: το να κατηγορείς κάποιον και το να ζητάς κάτι.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| αἰτιάζομαι | κατηγορούμαι | — |
| αἰτιῶμαι | κατηγορώ | αιτιολογούμαι |
| τὸ αἰτίαμα | η κατηγορία | — |
| ἡ αἰτία | η αιτία, ο λόγος | αιτία, αιτιότητα |
| αἰτιώδης | αυτός που αποτελεί αιτία | αιτιώδης (σχέση) |
| αἰτίζω | ζητώ κάποιο πράγμα | — |
| αἰτῶ | ζητώ, απαιτώ | αιτούμαι |
| τὸ αἴτημα | αυτό που ζητείται | αίτημα |
| ἡ αἴτησις (-η) | η ζήτηση, η αίτηση | αίτηση |
| ἡ αἰτίασις (-η) | η κατηγορία | αιτίαση |
| αἰτιατική | (πτώση που δηλώνει το αποτέλεσμα της ενέργειας) | αιτιατική (πτώση) |
| αἰτιατός | αυτός που κατηγορείται | — |
Σύνθετες λέξεις: προσθέτοντας προθήματα
Οι σύνθετες λέξεις προκύπτουν βάζοντας ένα πρόθημα μπροστά από τη ρίζα, αλλάζοντας ή εξειδικεύοντας τη σημασία.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| μεταίτιος | συνένοχος | — |
| ἐπαίτιος | υπεύθυνος για κάτι, ένοχος | επαίτιος |
| αἰτιολογῶ | εξηγώ την αιτία | αιτιολογώ, αιτιολόγηση |
| ἡ αἰτιολογία | η εξήγηση των αιτιών | αιτιολογία |
| ἀναίτιος | αυτός που δεν φταίει | αναίτιος |
| ἀναιτιολόγητος | χωρίς εξήγηση | αναιτιολόγητος |
| ἀπαιτῶ | ζητώ επίμονα | απαιτώ, απαιτητός, απαιτητικός |
| ἡ ἀπαίτησις (-η) | η επίμονη ζήτηση | απαίτηση |
| ἐπαιτῶ | ζητιανεύω | επαιτώ |
| παραιτοῦμαι | αποσύρομαι, εγκαταλείπω μια θέση | παραιτούμαι, παραίτηση |
| ἡ παραίτησις (-η) | η αποχώρηση από μια θέση | παραίτηση |
| συναίτιος | αυτός που μοιράζεται την ευθύνη | συναίτιος, συνυπαίτιος, συνυπαιτιότητα |
| ὑπαίτιος | υπεύθυνος | υπαίτιος |
| αιτιοκρατία | — | αιτιοκρατία, πρωταίτιος |
Η νεοελληνική «αιτιατική» πτώση κρατά ζωντανή την αρχική σημασία της ρίζας: ονομάστηκε έτσι επειδή η αιτιατική συχνά δηλώνει το αποτέλεσμα ή το αντικείμενο πάνω στο οποίο πέφτει η ενέργεια του ρήματος — το «αίτιο» αποτέλεσμα, δηλαδή.
Οι λέξεις αἰτιάζομαι (= κατηγορούμαι) και αἰτιῶμαι (= κατηγορώ) μοιάζουν πολύ, αλλά έχουν αντίθετη κατεύθυνση: στην πρώτη δέχεσαι την κατηγορία, στη δεύτερη την απευθύνεις εσύ. Πρόσεξε επίσης ότι το ρήμα αἰτῶ στην αρχαία δεν σημαίνει μόνο «ζητώ» (όπως συνήθως στα νέα ελληνικά) αλλά μπορεί να σημαίνει και «κατηγορώ, φέρω ευθύνη για κάτι» — δύο σημασίες που σήμερα έχουν διαχωριστεί σε διαφορετικές λέξεις.