Λεξιλογικός Πίνακας: φρονέω, φρονῶ 🧠
Στο κείμενο της ενότητας συναντήσατε τον τύπο φρονοῦντες, μετοχή του ρήματος φρονέω, φρονῶ (= σκέφτομαι, είμαι συνετός, σκοπεύω να…). Το ρήμα αυτό προέρχεται από το ουσιαστικό φρήν, φρενός (ο νους, η σκέψη), μια ρίζα που έχει γεννήσει δεκάδες λέξεις γύρω από την έννοια της σκέψης, της σύνεσης και του χαρακτήρα.
Πολλές από αυτές τις λέξεις τις χρησιμοποιείτε κι εσείς καθημερινά, συχνά χωρίς να ξέρετε ότι κρύβουν μέσα τους τη «φρένα»: όταν κάποιος είναι φρόνιμος, όταν πηγαίνετε φροντιστήριο, όταν μιλάτε για τη φροντίδα ενός γονιού ή για το φρόνημα μιας ομάδας, όλες αυτές οι λέξεις έχουν τον ίδιο πρόγονο με το «φρονοῦντες» του κειμένου.
Απλές και ομόρριζες λέξεις
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| φρενῶ | συνετίζω | — |
| φρενιτιῶ, φρενιτιώδης | παραφρονώ, γεμάτος αναστάτωση | — |
| τὸ φρόντισμα | αυτό που μας απασχολεί, η φροντίδα | φρόντισμα |
| αἱ φρένες | ο νους, η σκέψη | — |
| φρόνιμος | συνετός, λογικός | φρόνιμος, φρονιμάδα, φρονιμίτης |
| ἡ φροντίς (-ίδα), φροντίζω | η μέριμνα, φροντίζω | φροντίδα, φροντίζω |
| ἡ φρενῖτις | η παραφροσύνη | φρενίτιδα |
| τὸ φροντιστήριον | ο χώρος όπου κάποιος σκέφτεται/μελετά | φροντιστήριο |
| ἡ φρόνησις, τὸ φρόνημα, φρονηματίζω | η σύνεση· το ηθικό, το φρόνημα | φρόνηση, φρόνημα, φρονηματίζω, φρόνιμα (επίρρ.) |
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως ο νους και τα συναισθήματα «κατοικούσαν» στα σπλάχνα, γι' αυτό οι φρένες ήταν και το διάφραγμα του σώματος και η έδρα της σκέψης. Από εκεί προέκυψε και η ιατρική λέξη «φρενίτιδα», που δήλωνε φλεγμονή γύρω από αυτό το σημείο συνοδευόμενη από παραλήρημα.
Σύνθετες λέξεις
Οι περισσότερες σύνθετες λέξεις της οικογένειας συνδυάζουν τη «φρένα» με ένα επίθετο ή πρόθεμα, φτιάχνοντας νέες σημασίες που δείχνουν τι είδους χαρακτήρα ή σκέψη έχει κανείς.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ἡ εὐφρόνη | η νύχτα | — |
| τὸ σωφρόνισμα, ὁ σωφρονισμός, ἡ σωφροσύνη, ὁ σώφρων | η συνετή, μετρημένη συμπεριφορά | σωφρονισμός, σωφροσύνη, σωφρονιστικός |
| φρενήρης, φρενοβλαβής, φρενόπληκτος | αυτός που έχει χάσει τα λογικά του | φρενήρης, φρενοβλαβής, φρενόπληκτος |
| ἀλλόφρων , ἄφρων, παράφρων | αυτός που δεν σκέφτεται λογικά | άφρων, παράφρων |
| εὐφραίνω | χαροποιώ, ευχαριστώ | ευφραίνομαι |
| ἐχέφρων, ὁμόφρων, μεγαλόφρων, μετριόφρων, ὑψηλόφρων, φιλόφρων | αυτός που έχει συγκεκριμένο τρόπο σκέψης/χαρακτήρα | εχέφρων, ομόφρων, μεγαλόφρων, μετριόφρων, υψηλόφρων, φιλόφρων |
| περιφρονῶ, ἡ περιφρόνησις | δείχνω περιφρόνηση, αδιαφορία | περιφρονώ, περιφρόνηση |
| ἡ φιλοφρόνησις | η ευγενική, φιλική εκδήλωση | φιλοφρόνηση |
| αβροφροσύνη , γενναιοφροσύνη, εθνικόφρων, νομιμόφρων | ευγενική συμπεριφορά· διάθεση ή στάση ζωής | αβροφροσύνη, γενναιοφροσύνη, εθνικόφρων, νομιμόφρων |
| φρενοκομείο, φρενοπαθής | χώρος/κατάσταση ψυχικής νόσου | φρενοκομείο, φρενοπαθής |
Η λέξη φρόνημα στα αρχαία ελληνικά σήμαινε τη σκέψη, το φρόνιμα, τον τρόπο σκέψης κάποιου γενικότερα. Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη «φρόνημα» κυρίως με τη στενότερη έννοια του ηθικού μιας ομάδας ή ενός λαού (π.χ. «υψηλό φρόνημα»), ενώ στα αρχαία ελληνικά είχε πολύ ευρύτερο περιεχόμενο.