1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Λεξιλογικός Πίνακας: φρονέω, φρονῶ 🧠

Στο κείμενο της ενότητας συναντήσατε τον τύπο φρονοῦντες, μετοχή του ρήματος φρονέω, φρονῶ (= σκέφτομαι, είμαι συνετός, σκοπεύω να…). Το ρήμα αυτό προέρχεται από το ουσιαστικό φρήν, φρενός (ο νους, η σκέψη), μια ρίζα που έχει γεννήσει δεκάδες λέξεις γύρω από την έννοια της σκέψης, της σύνεσης και του χαρακτήρα.

Πολλές από αυτές τις λέξεις τις χρησιμοποιείτε κι εσείς καθημερινά, συχνά χωρίς να ξέρετε ότι κρύβουν μέσα τους τη «φρένα»: όταν κάποιος είναι φρόνιμος, όταν πηγαίνετε φροντιστήριο, όταν μιλάτε για τη φροντίδα ενός γονιού ή για το φρόνημα μιας ομάδας, όλες αυτές οι λέξεις έχουν τον ίδιο πρόγονο με το «φρονοῦντες» του κειμένου.

Απλές και ομόρριζες λέξεις

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
φρενῶσυνετίζω—
φρενιτιῶ, φρενιτιώδηςπαραφρονώ, γεμάτος αναστάτωση—
τὸ φρόντισμααυτό που μας απασχολεί, η φροντίδαφρόντισμα
αἱ φρένεςο νους, η σκέψη—
φρόνιμοςσυνετός, λογικόςφρόνιμος, φρονιμάδα, φρονιμίτης
ἡ φροντίς (-ίδα), φροντίζωη μέριμνα, φροντίζωφροντίδα, φροντίζω
ἡ φρενῖτιςη παραφροσύνηφρενίτιδα
τὸ φροντιστήριονο χώρος όπου κάποιος σκέφτεται/μελετάφροντιστήριο
ἡ φρόνησις, τὸ φρόνημα, φρονηματίζωη σύνεση· το ηθικό, το φρόνημαφρόνηση, φρόνημα, φρονηματίζω, φρόνιμα (επίρρ.)
Το ήξερες;

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως ο νους και τα συναισθήματα «κατοικούσαν» στα σπλάχνα, γι' αυτό οι φρένες ήταν και το διάφραγμα του σώματος και η έδρα της σκέψης. Από εκεί προέκυψε και η ιατρική λέξη «φρενίτιδα», που δήλωνε φλεγμονή γύρω από αυτό το σημείο συνοδευόμενη από παραλήρημα.

Σύνθετες λέξεις

Οι περισσότερες σύνθετες λέξεις της οικογένειας συνδυάζουν τη «φρένα» με ένα επίθετο ή πρόθεμα, φτιάχνοντας νέες σημασίες που δείχνουν τι είδους χαρακτήρα ή σκέψη έχει κανείς.

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
ἡ εὐφρόνηη νύχτα—
τὸ σωφρόνισμα, ὁ σωφρονισμός, ἡ σωφροσύνη, ὁ σώφρωνη συνετή, μετρημένη συμπεριφοράσωφρονισμός, σωφροσύνη, σωφρονιστικός
φρενήρης, φρενοβλαβής, φρενόπληκτοςαυτός που έχει χάσει τα λογικά τουφρενήρης, φρενοβλαβής, φρενόπληκτος
ἀλλόφρων , ἄφρων, παράφρωναυτός που δεν σκέφτεται λογικάάφρων, παράφρων
εὐφραίνωχαροποιώ, ευχαριστώευφραίνομαι
ἐχέφρων, ὁμόφρων, μεγαλόφρων, μετριόφρων, ὑψηλόφρων, φιλόφρωναυτός που έχει συγκεκριμένο τρόπο σκέψης/χαρακτήραεχέφρων, ομόφρων, μεγαλόφρων, μετριόφρων, υψηλόφρων, φιλόφρων
περιφρονῶ, ἡ περιφρόνησιςδείχνω περιφρόνηση, αδιαφορίαπεριφρονώ, περιφρόνηση
ἡ φιλοφρόνησιςη ευγενική, φιλική εκδήλωσηφιλοφρόνηση
αβροφροσύνη , γενναιοφροσύνη, εθνικόφρων, νομιμόφρωνευγενική συμπεριφορά· διάθεση ή στάση ζωήςαβροφροσύνη, γενναιοφροσύνη, εθνικόφρων, νομιμόφρων
φρενοκομείο, φρενοπαθήςχώρος/κατάσταση ψυχικής νόσουφρενοκομείο, φρενοπαθής