Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: νέμω 📜
Το ρήμα νέμω σημαίνει μοιράζω, δίνω σε κάποιον αυτό που του ανήκει. Στο αρχαίο κείμενο της ενότητας συναντήσατε ήδη δύο τύπους του: το ρήμα ἀπονέμουσι (οι ψαράδες «απονέμουν» ίσο μερίδιο στα δελφίνια) και το ουσιαστικό νομῆς (το μερίδιο που οφείλεται «ἐκ τῆς νομῆς»).
Η ρίζα αυτή είναι εξαιρετικά παραγωγική: γέννησε δεκάδες λέξεις τόσο στην αρχαία όσο και στη νέα ελληνική, οι οποίες μοιράζονται όλες μια κοινή βασική ιδέα — αυτή της μοιρασιάς, της κατανομής και του κανόνα που τη διέπει. Δεν είναι τυχαίο που από το «μοιράζω» προέκυψε τελικά και ο νόμος: ο κανόνας που «μοιράζει» δίκαια δικαιώματα και υποχρεώσεις σε μια κοινωνία.
Η αρχική σημασία του «νέμω» συνδεόταν με τη βοσκή: ο βοσκός «ένεμε», δηλαδή μοίραζε το κοπάδι του σε βοσκοτόπους. Από εκεί προέκυψε η λέξη ὁ νομός, που σήμαινε αρχικά «τόπος βοσκής» και αργότερα «διοικητική περιφέρεια» — ακριβώς όπως σήμερα λέμε «νομός Αττικής». Η ίδια ιδέα της «κατανομής σε τμήματα» οδήγησε αργότερα και στην έννοια του νόμου ως κανόνα που μοιράζει δίκαια στους πολίτες δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Λέξεις που μοιράζονται τη ρίζα
Ο παρακάτω πίνακας ομαδοποιεί τις λέξεις της οικογένειας του «νέμω» ανάλογα με το τι σημαίνουν και πού τις συναντάτε σήμερα.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις που θυμίζει |
|---|---|---|
| νομεύω | βόσκω | νομάδας, νομή ζώων |
| ὁ νομεύς (-έας) | ο βοσκός | διανομέας |
| νόμιος | αυτός που ανήκει στον βοσκό | — |
| ὁ νομάς (γεν. -άδος) | αυτός που μετακινείται συνεχώς για βοσκή | νομαδικός, νομαδισμός |
| ὁ νομός | τόπος βοσκής, διοικητική διαίρεση | νομάρχης, νομαρχία |
| ἡ νομή | η βοσκή, το μοίρασμα | νομή αγαθών |
| ἀπονέμω | μοιράζω, αποδίδω σε κάποιον | απονομή (βραβείων) |
| διανέμω | μοιράζω σε πολλούς | διανομή, διανομέας |
| ἡ νέμεσις (-η) | η δίκαιη οργή, η θεϊκή τιμωρία | νέμεσις (ως «τιμωρός δικαιοσύνη») |
| νεμεσίζομαι | οργίζομαι (για κάτι άδικο) | — |
| νόμιμος | σύμφωνος με τον νόμο | νομιμότητα, νομιμοποιώ |
| ἡ νομιμότης (-ητα) | η συμφωνία με τον νόμο | νομιμότητα |
| νομικός | αυτός που αφορά τον νόμο | νομικός σύμβουλος, νομική σχολή |
| νομίζω | θεωρώ, πιστεύω | νομίζω (ν.ε. ίδια σημασία) |
| τὸ νόμισμα | το επίσημο μέσο συναλλαγής | νόμισμα, νομισματοκοπείο |
| ἰσονομοῦμαι | έχω ίσα δικαιώματα με τους άλλους | ισονομία |
| νομοθετῶ | θεσπίζω νόμους | νομοθεσία, νομοθέτης |
| ὁ νομάρχης | ο επικεφαλής ενός νομού | νομαρχία |
| νομομαθής | αυτός που γνωρίζει καλά τους νόμους | — |
| ὁ ἀγορανόμος | αυτός που εποπτεύει την αγορά | αγορανομία |
| ὁ ἀγρονόμος | αυτός που εποπτεύει τους αγρούς | αγρονομία |
| ἡ ἀντινομία | η αντίφαση ανάμεσα σε δύο νόμους | αντινομία |
| ὁ ἀστρονόμος | αυτός που μελετά τα άστρα | αστρονομία |
| ὁ ἀστυνόμος | αυτός που εποπτεύει την τάξη στην πόλη | αστυνομία, αστυνόμος |
| αὐτόνομος | αυτός που έχει τους δικούς του νόμους | αυτονομία |
| ἔκνομος | αυτός που είναι έξω από τον νόμο | έκνομος (ενέργεια) |
| ἄνομος | αυτός που παραβιάζει τον νόμο | ανομία, άνομος |
| ἔννομος | αυτός που είναι σύμφωνος με τον νόμο | έννομη τάξη |
| σύννομος | ο σύμφωνος με τον νόμο | — |
| ἡ εὐνομία | η ύπαρξη καλών νόμων σε μια πολιτεία | ευνομία, ευνομούμενος |
| ὁ κληρονόμος | αυτός που παίρνει μερίδιο από κληρονομιά | κληρονόμος, κληρονομιά |
| ὁ οἰκονόμος | αυτός που διαχειρίζεται τα του οίκου | οικονομία, οικονόμος |
| τὸ προνόμιον (-ιο) | το ειδικό δικαίωμα | προνόμιο, προνομιούχος |
| χειρονομῶ | κάνω κινήσεις με τα χέρια | χειρονομία |
| ὁ διανομεύς (-έας) | αυτός που διανέμει | διανομέας |
| νομίατρος | γιατρός που εποπτεύει την υγεία ενός νομού | νομίατρος |
| νομιμοποιώ | κάνω κάτι νόμιμο | νομιμοποίηση |
| νομιμόφρων | αυτός που σέβεται τους νόμους | — |
| νομισματοκοπείο | το εργαστήριο κοπής νομισμάτων | νομισματοκοπείο |
| νομοπαρασκευαστικός | αυτός που αφορά την προετοιμασία νόμων | νομοπαρασκευαστική επιτροπή |
| νομοτέλεια | η λειτουργία σύμφωνα με απαράβατους κανόνες | νομοτέλεια |
| νομότυπος | αυτός που ακολουθεί επακριβώς τον τύπο του νόμου | νομότυπος |
| βιβλιοθηκονόμος | αυτός που διαχειρίζεται βιβλιοθήκη | βιβλιοθηκονόμος |
| δασονόμος | αυτός που εποπτεύει τα δάση | δασονόμος |
| δικονομία | το σύνολο κανόνων απονομής δικαιοσύνης | δικονομία |
| δημοσιονομικός | αυτός που αφορά τα δημόσια οικονομικά | δημοσιονομικός |
| προνομιούχος | αυτός που έχει κάποιο προνόμιο | προνομιούχος |
| στρατονόμος | αυτός που εποπτεύει τη στρατιωτική τάξη | στρατονόμος |
| τροχονόμος | αυτός που ρυθμίζει την κυκλοφορία | τροχονόμος |
| υγειονομία | η κρατική υπηρεσία δημόσιας υγείας | υγειονομία, υγειονομικός |
Η λέξη νομός (τόπος βοσκής, διοικητική διαίρεση) δεν πρέπει να συγχέεται με τη λέξη νόμος (κανόνας δικαίου) — παρότι προέρχονται από την ίδια ρίζα, στη νέα ελληνική έχουν διαφορετική σημασία και διαφορετικό τόνο στην προφορά.