1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: νέμω 📜

Το ρήμα νέμω σημαίνει μοιράζω, δίνω σε κάποιον αυτό που του ανήκει. Στο αρχαίο κείμενο της ενότητας συναντήσατε ήδη δύο τύπους του: το ρήμα ἀπονέμουσι (οι ψαράδες «απονέμουν» ίσο μερίδιο στα δελφίνια) και το ουσιαστικό νομῆς (το μερίδιο που οφείλεται «ἐκ τῆς νομῆς»).

Η ρίζα αυτή είναι εξαιρετικά παραγωγική: γέννησε δεκάδες λέξεις τόσο στην αρχαία όσο και στη νέα ελληνική, οι οποίες μοιράζονται όλες μια κοινή βασική ιδέα — αυτή της μοιρασιάς, της κατανομής και του κανόνα που τη διέπει. Δεν είναι τυχαίο που από το «μοιράζω» προέκυψε τελικά και ο νόμος: ο κανόνας που «μοιράζει» δίκαια δικαιώματα και υποχρεώσεις σε μια κοινωνία.

Από τη βοσκή στον νόμο

Η αρχική σημασία του «νέμω» συνδεόταν με τη βοσκή: ο βοσκός «ένεμε», δηλαδή μοίραζε το κοπάδι του σε βοσκοτόπους. Από εκεί προέκυψε η λέξη ὁ νομός, που σήμαινε αρχικά «τόπος βοσκής» και αργότερα «διοικητική περιφέρεια» — ακριβώς όπως σήμερα λέμε «νομός Αττικής». Η ίδια ιδέα της «κατανομής σε τμήματα» οδήγησε αργότερα και στην έννοια του νόμου ως κανόνα που μοιράζει δίκαια στους πολίτες δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Λέξεις που μοιράζονται τη ρίζα

Ο παρακάτω πίνακας ομαδοποιεί τις λέξεις της οικογένειας του «νέμω» ανάλογα με το τι σημαίνουν και πού τις συναντάτε σήμερα.

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις που θυμίζει
νομεύωβόσκωνομάδας, νομή ζώων
ὁ νομεύς (-έας)ο βοσκόςδιανομέας
νόμιοςαυτός που ανήκει στον βοσκό—
ὁ νομάς (γεν. -άδος)αυτός που μετακινείται συνεχώς για βοσκήνομαδικός, νομαδισμός
ὁ νομόςτόπος βοσκής, διοικητική διαίρεσηνομάρχης, νομαρχία
ἡ νομήη βοσκή, το μοίρασμανομή αγαθών
ἀπονέμωμοιράζω, αποδίδω σε κάποιοναπονομή (βραβείων)
διανέμωμοιράζω σε πολλούςδιανομή, διανομέας
ἡ νέμεσις (-η)η δίκαιη οργή, η θεϊκή τιμωρίανέμεσις (ως «τιμωρός δικαιοσύνη»)
νεμεσίζομαιοργίζομαι (για κάτι άδικο)—
νόμιμοςσύμφωνος με τον νόμονομιμότητα, νομιμοποιώ
ἡ νομιμότης (-ητα)η συμφωνία με τον νόμονομιμότητα
νομικόςαυτός που αφορά τον νόμονομικός σύμβουλος, νομική σχολή
νομίζωθεωρώ, πιστεύωνομίζω (ν.ε. ίδια σημασία)
τὸ νόμισματο επίσημο μέσο συναλλαγήςνόμισμα, νομισματοκοπείο
ἰσονομοῦμαιέχω ίσα δικαιώματα με τους άλλουςισονομία
νομοθετῶθεσπίζω νόμουςνομοθεσία, νομοθέτης
ὁ νομάρχηςο επικεφαλής ενός νομούνομαρχία
νομομαθήςαυτός που γνωρίζει καλά τους νόμους—
ὁ ἀγορανόμοςαυτός που εποπτεύει την αγοράαγορανομία
ὁ ἀγρονόμοςαυτός που εποπτεύει τους αγρούςαγρονομία
ἡ ἀντινομίαη αντίφαση ανάμεσα σε δύο νόμουςαντινομία
ὁ ἀστρονόμοςαυτός που μελετά τα άστρααστρονομία
ὁ ἀστυνόμοςαυτός που εποπτεύει την τάξη στην πόληαστυνομία, αστυνόμος
αὐτόνομοςαυτός που έχει τους δικούς του νόμουςαυτονομία
ἔκνομοςαυτός που είναι έξω από τον νόμοέκνομος (ενέργεια)
ἄνομοςαυτός που παραβιάζει τον νόμοανομία, άνομος
ἔννομοςαυτός που είναι σύμφωνος με τον νόμοέννομη τάξη
σύννομοςο σύμφωνος με τον νόμο—
ἡ εὐνομίαη ύπαρξη καλών νόμων σε μια πολιτείαευνομία, ευνομούμενος
ὁ κληρονόμοςαυτός που παίρνει μερίδιο από κληρονομιάκληρονόμος, κληρονομιά
ὁ οἰκονόμοςαυτός που διαχειρίζεται τα του οίκουοικονομία, οικονόμος
τὸ προνόμιον (-ιο)το ειδικό δικαίωμαπρονόμιο, προνομιούχος
χειρονομῶκάνω κινήσεις με τα χέριαχειρονομία
ὁ διανομεύς (-έας)αυτός που διανέμειδιανομέας
νομίατροςγιατρός που εποπτεύει την υγεία ενός νομούνομίατρος
νομιμοποιώκάνω κάτι νόμιμονομιμοποίηση
νομιμόφρωναυτός που σέβεται τους νόμους—
νομισματοκοπείοτο εργαστήριο κοπής νομισμάτωννομισματοκοπείο
νομοπαρασκευαστικόςαυτός που αφορά την προετοιμασία νόμωννομοπαρασκευαστική επιτροπή
νομοτέλειαη λειτουργία σύμφωνα με απαράβατους κανόνεςνομοτέλεια
νομότυποςαυτός που ακολουθεί επακριβώς τον τύπο του νόμουνομότυπος
βιβλιοθηκονόμοςαυτός που διαχειρίζεται βιβλιοθήκηβιβλιοθηκονόμος
δασονόμοςαυτός που εποπτεύει τα δάσηδασονόμος
δικονομίατο σύνολο κανόνων απονομής δικαιοσύνηςδικονομία
δημοσιονομικόςαυτός που αφορά τα δημόσια οικονομικάδημοσιονομικός
προνομιούχοςαυτός που έχει κάποιο προνόμιοπρονομιούχος
στρατονόμοςαυτός που εποπτεύει τη στρατιωτική τάξηστρατονόμος
τροχονόμοςαυτός που ρυθμίζει την κυκλοφορίατροχονόμος
υγειονομίαη κρατική υπηρεσία δημόσιας υγείαςυγειονομία, υγειονομικός