Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: η οικογένεια του «σῖτος» 🌾
Στο αρχαίο κείμενο συναντήσαμε τη λέξη σῖτον, τύπο της λέξης ὁ σῖτος. Η ρίζα αυτή είναι εξαιρετικά παραγωγική: γύρω της χτίστηκαν δεκάδες λέξεις, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιούμε ακόμη κι εμείς σήμερα, κάποιες με την ίδια σημασία και κάποιες με σημασία που έχει αλλάξει με τον καιρό.
Απλές λέξεις από τη ρίζα σιτ-
Οι πιο βασικές λέξεις της οικογένειας αφορούν την ίδια την τροφή και την παροχή της.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ἡ σιτεία | η παροχή τροφής | — |
| ὁ σιτευτής | αυτός που παχαίνει/τρέφει ζώα | σιτευτός (καλοθρεμμένος) |
| ἡ σίτησις | η διατροφή, το τάισμα | σίτιση |
| τὸ σιτίον | η μερίδα τροφής | σιτάρι, σιτάριον (σιτάρι) |
| σιτεύω | (α.ε.) παρέχω τροφή, (ν.ε.) ωριμάζω, γίνομαι πιο τρυφερός | σίτεμα, σιτευτός |
| σιτίζω | ταΐζω, τρέφω | σίτιση, σιτιστής |
| σιτηρός | αυτός που αφορά τα δημητριακά | τα σιτηρά |
Οι λέξεις σταράτος (ειλικρινής, ντόμπρος), σταρένιος (φτιαγμένος από στάρι) και σ(ι)ταρήθρα (πουλί που τρέφεται με σπόρους σιταριού, ο κορυδαλλός) προέρχονται κι αυτές από τη ρίζα του σίτου, μέσα από τον τύπο «στάρι». Όταν λέμε για κάποιον ότι είναι «σταράτος», τον συγκρίνουμε νοερά με το γνήσιο, αγνό ψωμί από αληθινό στάρι — χωρίς προσθήκες, χωρίς ψέματα.
Σύνθετες λέξεις: όταν το «σιτ-» ενώνεται με άλλες λέξεις
Πολλές λέξεις προέκυψαν από τη σύνθεση του «σῖτος» με άλλα ρήματα ή ουσιαστικά, δηλώνοντας ποιος ασχολείται με την τροφή, πώς μεταφέρεται ή πού φυλάσσεται.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| σιταγωγός | αυτός/αυτό που μεταφέρει σιτάρι | σιταγωγό (πλοίο) |
| ὁ σιτάρχης | ο υπεύθυνος για τη διανομή τροφής | — |
| ἡ σιτοθήκη | η αποθήκη σιταριού | σιταποθήκη |
| ὁ σιτοκάπηλος | ο έμπορος σιταριού | σιτέμπορος |
| σιτολογῶ | συγκεντρώνω σιτάρι/τροφή | — |
| ὁ σιτονόμος | αυτός που μοιράζει την τροφή | — |
| ὁ σιτοποιός | αυτός που φτιάχνει ψωμί | — |
| ὁ σιτοπώλης | ο πωλητής σιταριού | — |
| σιτοφάγος | αυτός που τρώει σιτάρι/δημητριακά | σιτοφάγος |
| σιτοφόρος | αυτός που παράγει ή μεταφέρει σιτάρι | σιτοπαραγωγός |
| ὁ σιτοφύλαξ | ο φύλακας της τροφής | — |
| σύσσιτος | αυτός που τρώει μαζί με άλλους | — |
Η λέξη παράσιτος (< παρά + σῖτος) σήμαινε αρχικά «αυτός που τρώει δίπλα, μαζί με κάποιον άλλον» — δηλαδή έναν καλεσμένο στο τραπέζι. Σήμερα η λέξη παράσιτο έχει αρνητική σημασία: δηλώνει τον οργανισμό που ζει εις βάρος ενός άλλου, ή μεταφορικά κάποιον που εκμεταλλεύεται τους άλλους χωρίς να προσφέρει τίποτα. Η σημασία, δηλαδή, αντιστράφηκε εντελώς!
Λέξεις της καθημερινότητάς μας
Η ρίζα «σιτ-» ζει ακόμη πολύ έντονα στη νέα ελληνική, ιδίως σε λέξεις που σχετίζονται με τη διατροφή και την επάρκεια τροφίμων.
| Αρχαία / μεταγενέστερη λέξη | Σημασία | Πού τη συναντάμε σήμερα |
|---|---|---|
| τὸ σιτηρέσιον | ο μισθός του στρατιώτη για αγορά τροφής | σιτηρέσιο |
| ὁ σιτοβολών | (α.ε.) αποθήκη δημητριακών, (ν.ε.) περιοχή με πολλή παραγωγή σιταριού | σιτοβολώνας |
| ἡ σιτοδεία | η έλλειψη τροφής, η πείνα | σιτοδεία |
| ἄσιτος | αυτός που δεν έχει φάει | άσιτος |
| ἐπισιτίζω | εφοδιάζω με τρόφιμα | επισιτισμός |
| παρασιτῶ | ζω εις βάρος άλλου | παρασιτισμός |
| τὸ συσσίτιον | το κοινό γεύμα, ιδίως για απόρους | συσσίτιο |
Από την ίδια ρίζα προέκυψαν στη νέα ελληνική και σύνθετα όπως σιτάλευρο, σιταποθήκη, σιταρόσπορος, σ(ι)ταρότοπος, σιτέμπορος, σιτοκαλλιέργεια, σιτοπαραγωγός, αραβόσιτος (το καλαμπόκι), οικόσιτος (αυτός που εκτρέφεται στο σπίτι), παρασιτοκτόνος, υποσιτίζω/υποσιτίζομαι, υπερσιτισμός και υποσιτισμός.
Το καλαμπόκι ονομάστηκε στα ελληνικά αραβόσιτος (κυριολεκτικά «αραβικό σιτάρι») επειδή, όταν έφτασε στην Ευρώπη από την Αμερική, θεωρήθηκε αρχικά ότι προερχόταν από την Ανατολή, όπως πολλά άλλα προϊόντα που έφταναν μέσω των εμπορικών δρόμων της εποχής. Στην πραγματικότητα το καλαμπόκι είναι φυτό αμερικανικής προέλευσης!