ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.
Β1. Λεξιλογικός Πίνακας 📜
τέλος [= σκοπός, τέλος]
[στο κείμενο συναντήσατε τον τύπο: τέλος]
| Αρχαία Ελληνική | Αρχαία / Νέα Ελληνική | Νέα Ελληνική | |
|---|---|---|---|
| απλά | τὸ τελεστήριον [= τόπος ιεροτελεστίας] τελεστικός [= 1. κατάλληλος να κάνει κάτι, 2. κατάλληλος για μύηση] τελευτῶ [= τελειώνω, πεθαίνω] ἡ τελευτή | τελῶ [= κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ] ἡ τέλεσις ἡ τελετή ὁ τελεστής [= (α.ε.) 1. αρχηγός, 2. μυσταγωγός, (ν.ε.) όρος των μαθηματικών και της φυσικής] τελικός τέλειος ἡ τελειότης (-τητα) τελειῶ (-ώνω) ἡ τελείωσις (-η) τὸ τελείωμα τελειωτικός [= (α.ε.) αποτελεσματικός, (ν.ε.) οριστικός] τελευταῖος | |
| Ομόρριζα σύνθετα | τελεσιουργῶ τελεσιουργός δημοτελής ὑπερτελής [= αυτός που ξεχωρίζει] | τελεσφορῶ τελεσφόρος ὁ τελετάρχης διατελῶ ἀποτελῶ ἐκτελῶ ἐπιτελῶ συντελῶ ἀποτελειῶ (-ώνω) ἡ αὐτοτέλεια ἡ ἐντέλεια [= η τελειότητα] πολυτελής ὑποτελής ἀτελής ἡ ἀτέλεια ἡμιτελής εὐτελής | τελεσίδικος τελεσίγραφο τελειοποίηση τελειόφοιτος εκτέλεση εκτελεστικός ατελέσφορος ιδιοτελής ιεροτελεστία |