Λεξιλογικός Πίνακας: το ρήμα «φεύγω» 📚
Το ρήμα φεύγω το χρησιμοποιείς κι εσύ σχεδόν καθημερινά, χωρίς ίσως να το ξέρεις: κάθε φορά που λες «έφυγα», «φυγή», «φυγάς» ή «καταφύγιο», ανατρέχεις στο ίδιο αρχαίο ρήμα. Στο κείμενο της ενότητας το συναντήσαμε στους τύπους φευγέτω («ας εξορίζεται») και ἀειφυγίαν («ισόβια εξορία»), λέξεις που δείχνουν πόσο σοβαρή ποινή ήταν η εξορία στην αρχαία πόλη.
Το ρήμα φεύγω σχηματίζει τα παράγωγά του από δύο θέματα: το φευγ- (θέμα ενεστώτα) και το φυγ- (θέμα αορίστου). Αυτός ο διπλός σχηματισμός δεν είναι σπάνιος στα αρχαία ρήματα και εξηγεί γιατί κάποιες ομόρριζες λέξεις μοιάζουν λίγο διαφορετικές μεταξύ τους.
Απλές λέξεις: όταν κάποιος «αποφεύγει»
Από τη ρίζα φυγ-/φευγ- προήλθαν λέξεις που δηλώνουν την ίδια την πράξη της αποφυγής ή της φυγής, καθώς και επίθετα για κάτι που μπορεί (ή δεν μπορεί) να αποφευχθεί.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ἡ φεῦξις | η αποφυγή | — |
| ἡ φύξις | η φυγή | ἡ φυγή, ὁ φυγάς, φυγαδεύω |
| φυκτὸς / φευκτός | αυτός που μπορείς να αποφύγεις | φευγαλέος, φευγάτος |
| φευκτικός | αυτός που έχει την τάση να ξεφεύγει | — |
Σύνθετες λέξεις: ποιον ή τι αποφεύγει κανείς
Οι περισσότερες σύνθετες λέξεις δηλώνουν τι είδους φυγή κάνει κάποιος — από τον πόλεμο, τη δίκη, τον κόπο — ή προς τα πού κατευθύνεται όποιος φεύγει (διαφεύγω, καταφεύγω, προσφεύγω).
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| φυγοπόλεμος | αυτός που αποφεύγει τον πόλεμο | φυγομαχία |
| φυγοδικῶ | αποφεύγω τη δίκη | φυγόδικος |
| φυγόξενος | αφιλόξενος | — |
| φυγομαχῶ | αποφεύγω τη μάχη, δειλιάζω | φυγοπονία |
| ἡ διάφευξις | η διαφυγή | διαφεύγω, ἡ διαφυγή |
| ἡ κατάφευξις | το καταφύγιο | καταφεύγω, ἡ καταφυγή, τὸ καταφύγιον (-ιο) |
| ἄφυκτος | αυτός που δεν μπορείς να τον αποφύγεις | ἄφευκτος, αναπόφευκτος |
| — | — | προσφεύγω, ἡ προσφυγή, ὁ πρόσφυξ (-υγας) |
| — | — | φυγόκεντρος |
| — | — | φυγόποινος |
| — | — | φοροφυγάς |
Στη νέα ελληνική ο «πρόσφυγας» δεν αποφεύγει κάτι από δειλία, αλλά αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον τόπο του λόγω πολέμου ή διωγμού — η αρχαία ρίζα φυγ- διατηρεί εδώ την πιο σοβαρή, κυριολεκτική της σημασία: αυτόν που «καταφεύγει» κάπου αλλού για να σωθεί.