1. Ετυμολογικά
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Β2. Ετυμολογικά: Σύνθεση – Δεύτερο συνθετικό λέξη κλιτή – ρήμα 🧩

Τι είναι η σύνθεση

Η σύνθεση είναι ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους η ελληνική γλώσσα δημιουργεί νέες λέξεις: ενώνει δύο ή περισσότερα συνθετικά μέρη σε μία λέξη. Στο κείμενο της Ενότητας συναντήσαμε ρήματα όπως το εἰσέρχομαι και το διαβαίνω, που είναι και τα δύο σύνθετα.

Σε αυτή την ενότητα θα δούμε τι συμβαίνει όταν το δεύτερο συνθετικό μιας λέξης είναι ρήμα — χρησιμοποιώντας ως αφετηρία τα ρήματα του κειμένου: καλοῦμαι, ἔρχομαι, διαβαίνω, ἄγω.

Όταν το δεύτερο συνθετικό είναι ρήμα, η σύνθετη λέξη που προκύπτει μπορεί να είναι είτε:

  • ρήμα (π.χ. εἰσέρχομαι)
  • όνομα, δηλαδή ουσιαστικό (π.χ. νομοθέτης < νόμος + τίθημι) ή επίθετο (π.χ. ἀπότομος < ἀπό + τέμνω)

Όταν προκύπτει όνομα

Όταν το αποτέλεσμα της σύνθεσης είναι όνομα (ουσιαστικό ή επίθετο), η νέα λέξη παίρνει μία από τις εξής καταλήξεις:

ΚατάληξηΠαράδειγμαΑνάλυση
-(η)ςσχολάρχ-ηςαυτός που άρχει (διοικεί) τη σχολή
-οςἀστυνόμ-οςαυτός που νέμει (διαχειρίζεται) το άστυ, την πόλη
-ήςεὐσεβ-ήςαυτός που σέβεται με ευλάβεια
-τηςἐπιστά-τηςαυτός που εφίσταται, επιβλέπει
-(τ)ωρκοσμοκράτ-ωραυτός που κρατά (εξουσιάζει) τον κόσμο
Η ίδια λογική και σήμερα

Το ίδιο μοτίβο χρησιμοποιεί η νέα ελληνική μέχρι σήμερα: λέξεις όπως «δήμαρχος», «στρατηγός» και «οικονόμος» φτιάχτηκαν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, ενώνοντας ένα όνομα με ένα ρήμα που κατέληξε σε -ος ή -ής.

Όταν προκύπτει ρήμα

Αν το αποτέλεσμα της σύνθεσης είναι κι αυτό ρήμα, υπάρχουν δύο περιπτώσεις, ανάλογα με το τι είναι το πρώτο συνθετικό:

Το πρώτο συνθετικό είναι πρόθεση

Όταν το α΄ συνθετικό είναι πρόθεση, το ρήμα (β΄ συνθετικό) παραμένει αμετάβλητο:

  • εἰσ-έρχομαι
  • δια-βαίνω

Το πρώτο συνθετικό δεν είναι πρόθεση

Όταν το α΄ συνθετικό είναι οποιοδήποτε άλλο μέρος του λόγου εκτός από πρόθεση, τότε δεν σχηματίζεται απευθείας ρήμα από τη σύνθεση, αλλά ένα παρασύνθετο ρήμα — συνήθως σε -έω, -ῶ — που προέρχεται από ένα ήδη υπάρχον σύνθετο ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί:

  • ἱερο-σκοπῶ < ἱερο-σκόπος
  • ναυ-μαχῶ < ναυ-μάχος