1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: φέρω 📦

Τι σημαίνει το ρήμα φέρω

Το ρήμα φέρω σημαίνει «φέρνω, κουβαλώ» και είναι ένα από τα πιο παραγωγικά ρήματα της ελληνικής γλώσσας — δηλαδή ένα ρήμα που έχει δώσει εκατοντάδες σύνθετες και παράγωγες λέξεις, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να το σκεφτόμαστε. Ο θέμα του εμφανίζεται σε διάφορες μορφές: φερ-, φορ-, φρ-, ενεκ-.

Στο κείμενο της Καλλιπάτειρας συναντήσαμε το όνομα Φερενίκη — έτσι αποκαλούσαν κάποιοι την ίδια την Καλλιπάτειρα. Η λέξη είναι σύνθετη από το φέρω και τη νίκη, και σημαίνει κυριολεκτικά «αυτή που φέρνει τη νίκη».

Το φέρω παντού γύρω μας

Λέξεις όπως «ασθενοφόρο», «λεωφορείο» και «αγγελιαφόρος» δεν έχουν προφανή σχέση στην πρώτη ματιά, όμως όλες κρύβουν το ίδιο ρήμα: κάτι που μεταφέρει ανθρώπους, μηνύματα ή αντικείμενα.

Λέξεις που κρατούν την αρχική σημασία «μεταφέρω»

Πολλές σύγχρονες λέξεις προέρχονται απευθείας από το φέρω και κρατούν τη βασική έννοια της μεταφοράς:

  • ο φορέας: αυτός που μεταφέρει κάτι (π.χ. φορέας ασθενειών, δημόσιος φορέας)
  • το φορτίο / ο φόρτος: αυτό που μεταφέρεται, το βάρος
  • το φορείο: μέσο μεταφοράς τραυματία
  • η φορά: η κατεύθυνση προς την οποία κινείται κάτι
  • ο φόρος: αυτό που «μεταφέρεται» από τον πολίτη στο κράτος
  • το φόρεμα: αυτό που «κουβαλάει» κανείς πάνω του, το ρούχο

Σύνθετες λέξεις με το φέρω

Όταν το φέρω γίνεται δεύτερο συνθετικό, δημιουργούνται λέξεις που δηλώνουν «αυτός/αυτό που φέρνει, που κουβαλάει» κάτι συγκεκριμένο:

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις που τη θυμίζουν
ὁ φερέοικοςτο σαλιγκάρι (αυτός που κουβαλάει το σπίτι του)—
ὁ δίφρος (< δίφορος)πολεμικό άρμα, κάθισμα χωρίς πλάτη—
κανηφόροςαυτός που κουβαλάει καλάθι—
ζῳοφόρος / ζωφόροςαυτός που φέρει ζωικές μορφές (διακοσμητική ζώνη ναού)—
ὁ ἀμφορεύςαγγείο με δύο λαβέςαμφορέας
ὁ ἀγγελιαφόροςαυτός που φέρνει αγγελία, μήνυμααγγελιαφόρος
ἡ λεωφόροςο δρόμος που «φέρνει» τον λαό, ο πλατύς δρόμοςλεωφόρος, λεωφορείο
δορυφόροςαυτός που κουβαλάει δόρυ, ο σωματοφύλακαςδορυφόρος (διαστημικός)
καρποφόροςαυτός που φέρνει καρπούςκαρποφόρος
θεοφόροςαυτός που φέρει τον θεό μέσα τουθεοφόρος
ψηφοφόροςαυτός που φέρνει ψήφο, που ψηφίζειψηφοφόρος
Από τον αμφορέα στον δορυφόρο

Ο δορυφόρος στην αρχαιότητα ήταν ο στρατιώτης-σωματοφύλακας που κρατούσε δόρυ και συνόδευε τον βασιλιά. Σήμερα η ίδια λέξη περιγράφει τα τεχνητά διαστημικά αντικείμενα που «συνοδεύουν» τη Γη γύρω από την τροχιά της — μια εντυπωσιακή μεταφορά νοήματος μέσα σε αιώνες.

Παράγωγες λέξεις της νέας ελληνικής

Πολλές λέξεις της καθημερινής μας γλώσσας φτιάχτηκαν αργότερα πάνω στο ίδιο θέμα, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο:

Νέα ελληνική λέξηΤι σημαίνει σήμερα
φερέγγυοςαξιόπιστος, φερέγγυος οικονομικά
φέρελπιςαυτός που φέρνει ελπίδα
φερέφωνοαυτός που μεταφέρει τις απόψεις άλλου
φοροδιαφυγήη αποφυγή πληρωμής φόρου
φοροτεχνικόςειδικός σε θέματα φορολογίας
φοροφυγάςαυτός που αποφεύγει τον φόρο
διαφορετικόςπου έχει διαφορά
ασθενοφόροόχημα που μεταφέρει ασθενείς
βαθμοφόροςαυτός που φέρει βαθμό (στρατιωτικό, προσκοπικό)
ελπιδοφόροςαυτός που φέρνει ελπίδα
λαχειοφόρος(αγορά) που περιλαμβάνει λαχεία
ανυπόφοροςαυτός που δεν μπορεί να τον υποφέρει κανείς
οπλοφορίαη μεταφορά ή κατοχή όπλου
φορολογῶεπιβάλλω φόρο
ἐπιφέρωπροκαλώ ως συνέπεια
περιφέρωκουβαλάω γύρω γύρω
ἀναφέρωαναγγέλλω, μνημονεύω
ἀνωφερήςανηφορικός
καταφερής / κατωφερήςπου κατηφορίζει
πολύφερνοςπου φέρνει πολλή προίκα
μισθοφορικόςσχετικός με τον μισθοφόρο
διηνεκής (< θ. αορ. ἐνεκ-)αδιάκοπος, συνεχής