📖 Λεξιλογικός Πίνακας: η οικογένεια του πράττω
Το ρήμα πράττω [= κάνω, κατορθώνω, επιτελώ] έχει θέμα πρα(γ)- και το συναντήσαμε στο αρχαίο κείμενο στον τύπο πράττοιεν. Δεν είναι όμως άγνωστο — είναι ο πρόγονος δεκάδων λέξεων που χρησιμοποιείς καθημερινά, από το «πράγμα» και το «πρακτικός» μέχρι το «πραγματικότητα» και τη «διαπραγμάτευση». Γνωρίζοντας τη ρίζα του, αναγνωρίζεις αμέσως τι κρύβεται πίσω από πολλές λέξεις της νέας ελληνικής.
Απλές λέξεις: από την «πράξη» στο «πρακτορείο»
Οι πιο άμεσοι απόγονοι του πράττω κρατούν τη βασική σημασία της ενέργειας ή του αποτελέσματός της.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ὁ πρακτήρ | αυτός που κάνει κάτι | — |
| πραγματώδης | κοπιώδης | — |
| ἡ πρᾶξις (-η) | η ενέργεια, το αποτέλεσμα μιας ενέργειας | πράξη |
| τὸ πρᾶγμα | αυτό που γίνεται, το ζήτημα | πράγμα |
| πραγματεύομαι | (α.ε.) ασχολούμαι με κάτι, (ν.ε.) εξετάζω κάτι σε βάθος | πραγματεύομαι |
| πραγματικός | αληθινός, υπαρκτός | πραγματικός, πραγματικότητα, πράγματι |
| ὁ πραγματευτής | έμπορος, εμπορικός αντιπρόσωπος | πραματευτής [= γυρολόγος], πραμάτεια [= το εμπόρευμα του πραματευτή] |
| ἡ πραγματεία | συστηματική μελέτη ενός θέματος | πραγματεία |
| τὰ πεπραγμένα | όσα έχουν γίνει, οι πράξεις | — |
| τὸ πρακτόρειον (-είο) | (α.ε.) γραφείο και αξίωμα φοροεισπράκτορα, (ν.ε.) επαγγελματικό γραφείο εξυπηρέτησης | πρακτορείο |
| ὁ πράκτωρ | (α.ε.) συλλέκτης φόρων, (ν.ε.) πρόσωπο που φέρνει σε πέρας υποθέσεις άλλων | πράκτορας |
| πρακτικός | αυτός που αφορά την πράξη, χρήσιμος | πρακτικός |
Η λέξη πραγματευτής στην αρχαία σήμαινε «έμπορος», ενώ στη νέα ελληνική επιβίωσε παραλλαγμένη ως πραματευτής (ο γυρολόγος που πουλάει «πραμάτεια», δηλαδή εμπορεύματα, από πόρτα σε πόρτα). Πρόσεξε επίσης το πράκτορας: στην αρχαία ήταν ο φοροεισπράκτορας, στη νέα ελληνική είναι πιο γενικά όποιος φέρνει σε πέρας υποθέσεις άλλων (π.χ. ταξιδιωτικός πράκτορας, μυστικός πράκτορας).
Σύνθετες λέξεις: όταν το πράττω ενώνεται με άλλες λέξεις
Πολλές σύγχρονες λέξεις προκύπτουν όταν το πράττω ενώνεται με μια πρόθεση ή άλλο συνθετικό.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ἀντιπράττω | εναντιώνομαι | — |
| ἡ εὐπραξία | η καλή συμπεριφορά | — |
| ἀπρακτῶ | αδρανώ | ἀπραξία, ἄπρακτος |
| ἀπράγμων | αυτός που δεν ασχολείται με πολλά πράγματα | — |
| κοινοπραγῶ | κάνω κάτι από κοινού με κάποιον | κοινοπραγία, κοινοπραξία |
| πολυπραγμονῶ | ασχολούμαι με πολλά πράγματα | πολυπράγμων, πολυπραγμοσύνη |
| διαπράττω | διαπράττω, κάνω (συνήθως κάτι αρνητικό) | διαπράττω, ἡ διάπραξις (-η) |
| εἰσπράττω | εισπράττω χρήματα | εἴσπραξις (-η), εἰσπράκτωρ (-ορας) |
| συμπράττω | συνεργάζομαι, ενεργώ μαζί με άλλον | σύμπραξις (-η) |
| ἡ δυσπραγία | (α.ε.) η κακή τύχη, (ν.ε.) έλλειψη άνεσης στο βιοτικό επίπεδο | δυσπραγία |
| διαπραγματεύομαι | συζητώ για να καταλήξω σε συμφωνία | διαπραγμάτευση |
| πραγματογνώμονας | ειδικός που γνωμοδοτεί επιστημονικά/τεχνικά για ένα θέμα | πραγματογνώμονας |
| — | πραγματοποιώ, καθιστώ κάτι πραγματικό | πραγματοποιώ, πραγματοποίηση |
| — | επιθέσεις, εχθρικές ενέργειες μεταξύ αντιπάλων | εχθροπραξίες |
Η λέξη πρακτικός, που σήμερα χρησιμοποιούμε για κάτι χρήσιμο και εφαρμόσιμο, προέρχεται από το ίδιο θέμα με την πράξη — και τα δύο δηλώνουν τη μετάβαση από τη σκέψη στην ενέργεια. Ακόμα και το αγγλικό «practice» και το «practical» έχουν την ίδια ελληνική ρίζα!
Παρατηρώντας τον πίνακα, βλέπεις ότι η ρίζα πρα(γ)- κρατά πάντα τη βασική ιδέα της ενέργειας, είτε πρόκειται για κάτι που κάνεις (πράττω, πράξη), είτε για το αποτέλεσμα (πράγμα, πεπραγμένα), είτε για το πρόσωπο που ενεργεί (πράκτορας, πραγματευτής), είτε για μια κατάσταση (δυσπραγία, ευπραξία).