1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

📖 Λεξιλογικός Πίνακας: η οικογένεια του πράττω

Το ρήμα πράττω [= κάνω, κατορθώνω, επιτελώ] έχει θέμα πρα(γ)- και το συναντήσαμε στο αρχαίο κείμενο στον τύπο πράττοιεν. Δεν είναι όμως άγνωστο — είναι ο πρόγονος δεκάδων λέξεων που χρησιμοποιείς καθημερινά, από το «πράγμα» και το «πρακτικός» μέχρι το «πραγματικότητα» και τη «διαπραγμάτευση». Γνωρίζοντας τη ρίζα του, αναγνωρίζεις αμέσως τι κρύβεται πίσω από πολλές λέξεις της νέας ελληνικής.

Απλές λέξεις: από την «πράξη» στο «πρακτορείο»

Οι πιο άμεσοι απόγονοι του πράττω κρατούν τη βασική σημασία της ενέργειας ή του αποτελέσματός της.

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
ὁ πρακτήραυτός που κάνει κάτι—
πραγματώδηςκοπιώδης—
ἡ πρᾶξις (-η)η ενέργεια, το αποτέλεσμα μιας ενέργειαςπράξη
τὸ πρᾶγμααυτό που γίνεται, το ζήτημαπράγμα
πραγματεύομαι(α.ε.) ασχολούμαι με κάτι, (ν.ε.) εξετάζω κάτι σε βάθοςπραγματεύομαι
πραγματικόςαληθινός, υπαρκτόςπραγματικός, πραγματικότητα, πράγματι
ὁ πραγματευτήςέμπορος, εμπορικός αντιπρόσωποςπραματευτής [= γυρολόγος], πραμάτεια [= το εμπόρευμα του πραματευτή]
ἡ πραγματείασυστηματική μελέτη ενός θέματοςπραγματεία
τὰ πεπραγμέναόσα έχουν γίνει, οι πράξεις—
τὸ πρακτόρειον (-είο)(α.ε.) γραφείο και αξίωμα φοροεισπράκτορα, (ν.ε.) επαγγελματικό γραφείο εξυπηρέτησηςπρακτορείο
ὁ πράκτωρ(α.ε.) συλλέκτης φόρων, (ν.ε.) πρόσωπο που φέρνει σε πέρας υποθέσεις άλλωνπράκτορας
πρακτικόςαυτός που αφορά την πράξη, χρήσιμοςπρακτικός

Σύνθετες λέξεις: όταν το πράττω ενώνεται με άλλες λέξεις

Πολλές σύγχρονες λέξεις προκύπτουν όταν το πράττω ενώνεται με μια πρόθεση ή άλλο συνθετικό.

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
ἀντιπράττωεναντιώνομαι—
ἡ εὐπραξίαη καλή συμπεριφορά—
ἀπρακτῶαδρανώἀπραξία, ἄπρακτος
ἀπράγμωναυτός που δεν ασχολείται με πολλά πράγματα—
κοινοπραγῶκάνω κάτι από κοινού με κάποιονκοινοπραγία, κοινοπραξία
πολυπραγμονῶασχολούμαι με πολλά πράγματαπολυπράγμων, πολυπραγμοσύνη
διαπράττωδιαπράττω, κάνω (συνήθως κάτι αρνητικό)διαπράττω, ἡ διάπραξις (-η)
εἰσπράττωεισπράττω χρήματαεἴσπραξις (-η), εἰσπράκτωρ (-ορας)
συμπράττωσυνεργάζομαι, ενεργώ μαζί με άλλονσύμπραξις (-η)
ἡ δυσπραγία(α.ε.) η κακή τύχη, (ν.ε.) έλλειψη άνεσης στο βιοτικό επίπεδοδυσπραγία
διαπραγματεύομαισυζητώ για να καταλήξω σε συμφωνίαδιαπραγμάτευση
πραγματογνώμοναςειδικός που γνωμοδοτεί επιστημονικά/τεχνικά για ένα θέμαπραγματογνώμονας
—πραγματοποιώ, καθιστώ κάτι πραγματικόπραγματοποιώ, πραγματοποίηση
—επιθέσεις, εχθρικές ενέργειες μεταξύ αντιπάλωνεχθροπραξίες
Το ήξερες;

Η λέξη πρακτικός, που σήμερα χρησιμοποιούμε για κάτι χρήσιμο και εφαρμόσιμο, προέρχεται από το ίδιο θέμα με την πράξη — και τα δύο δηλώνουν τη μετάβαση από τη σκέψη στην ενέργεια. Ακόμα και το αγγλικό «practice» και το «practical» έχουν την ίδια ελληνική ρίζα!

Παρατηρώντας τον πίνακα, βλέπεις ότι η ρίζα πρα(γ)- κρατά πάντα τη βασική ιδέα της ενέργειας, είτε πρόκειται για κάτι που κάνεις (πράττω, πράξη), είτε για το αποτέλεσμα (πράγμα, πεπραγμένα), είτε για το πρόσωπο που ενεργεί (πράκτορας, πραγματευτής), είτε για μια κατάσταση (δυσπραγία, ευπραξία).