ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.
Β1. Λεξιλογικός Πίνακας 📚
πείθω
θ. πειθ-, πιθ-, ποιθ-
[στο κείμενο συναντήσατε τους τύπους: πέπεικας, πείθεσθαι, πείθονται]
| Ομόρριζα | Αρχαία Ελληνική | Αρχαία / Νέα Ελληνική | Νέα Ελληνική |
|---|---|---|---|
| απλά | Πειθώ [θεά] τὸ πίστωμα πιστικός | ἡ πειθώ πειστικός τὸ πεῖσμα πιστεύω ἡ πίστις (-η) πιστός πιστῶ (ν.ε. πιστώνω) ἡ πιστότης (-τητα) ἡ πίστωσις (-η) ὁ πιστωτής πιστωτικός πιθανός ἡ πιθανότης (-τητα) ἡ πεποίθησις (-η) | πειστήριο πειστικότητα πιστευτός πεισμώνω πεισματάρης |
| σύνθετα | ἡ πειθανάγκη ἀπειθῶ ἀναπείθω παραπείθω εὔπειστος | πειθαρχῶ ἡ πειθαρχία πειθήνιος πιστοποιῶ πιθανολογῶ ἐμπιστεύω (ν.ε. εμπιστεύομαι) μεταπείθω καταπείθω διαπιστεύω ἀξιόπιστος εὔπιστος ἡ ἀπείθεια ἀπειθής | πειθαναγκάζω εμπιστοσύνη απείθαρχος διαπιστευτήριο |