Β1. Λεξιλογικός Πίνακας 📜
Το επίθετο καλός, -ή, -όν [= 1. ωραίος, 2. τίμιος, δίκαιος, ηθικός] είναι μια από τις πιο συχνόχρηστες λέξεις της ελληνικής, τότε και σήμερα: τη χρησιμοποιούμε καθημερινά όταν λέμε «καλημέρα», όταν κάτι είναι καλαίσθητο, ή όταν μιλάμε για έναν «καλόκαρδο» άνθρωπο. Στο κείμενο του Λουκιανού συναντήσατε τον τύπο καλός στη φράση «Καλὸς δὲ παρὰ Σεληνίταις νομίζεται». Ο παρακάτω πίνακας δείχνει πόσες λέξεις της νέας ελληνικής —απλές και σύνθετες— κρατούν ακόμα μέσα τους αυτή την αρχαία ρίζα.
| Αρχαία Ελληνική | Αρχαία / Νέα Ελληνική | Νέα Ελληνική | |
|---|---|---|---|
| απλά | τὸ κάλλος ἡ καλλονή τὸ καλλιστεῖον (-εία) | καλοσύνη καλοσυνάτος καλλυντικό | |
| σύνθετα | καλλίκομος [= αυτή που έχει ωραία μαλλιά] καλλίπαις [= αυτός που έχει όμορφα παιδιά] καλλίνικος καλλιστέφανος καλλιεπής Καλλισθένης καλλιπάρῃος [= αυτός που έχει ωραία μάγουλα] | καλοήθης [= (α.ε.) αγαθός, ενάρετος, (ν.ε.) για νόσο που έχει καλή εξέλιξη, ιάσιμη] ἡ καλοκαγαθία ἡ καλοκαιρία καλλιεπής ἡ καλλιέπεια καλλωπίζω καλλίφωνος ἡ καλλιφωνία καλλιγραφῶ Καλλιρρόη ἡ καλλιγραφία ἡ καλλιτεχνία καλλιεργῶ | καλοδέχομαι καλοθρεμμένος καλολογικός καλομαθαίνω καλοπιάνω καλόπιστος καλοπροαίρετος καλότυχος καλοτάξιδος καλορίζικος καλοπέραση καλλιμάρμαρος |
Η λέξη καλοήθης δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα σήμερα και στην αρχαία ελληνική. Στην αρχαία γλώσσα σήμαινε «αγαθός, ενάρετος» (αυτός που έχει καλό ήθος), ενώ σήμερα τη χρησιμοποιούμε κυρίως στην ιατρική, για μια νόσο ή έναν όγκο που έχει καλή, μη επικίνδυνη εξέλιξη.
Παρατηρήσεις 🧐
-
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ετυμολογία του ρήματος καλλωπίζω. Είναι σύνθετο από τα ουσιαστικά κάλλος και ὤψ (γεν. ὠπός = το μάτι και συνεκδοχικά το πρόσωπο) και σήμαινε στην α.ε. «κάνω κάτι να έχει ωραία όψη», δηλαδή ομορφαίνω. Με την ίδια σημασία χρησιμοποιείται και σήμερα.
-
Προσοχή πρέπει να δοθεί στην ορθογραφία των συνθέτων με α΄ συνθετικό το πρόθεμα καλλι-, σε αντιδιαστολή με τα σύνθετα με α΄ συνθετικό το επίθετο καλός.