1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Β1. Λεξιλογικός Πίνακας 📜

κοσμέω, κοσμῶ
[= 1. α. διευθετώ, β. κυβερνώ, 2. στολίζω (< κόσμος)]
[στο κείμενο συναντήσατε τον τύπο: κοσμεῖν]

Αρχαία ΕλληνικήΑρχαία / Νέα ΕλληνικήΝέα Ελληνική
απλάὁ κοσμητής

κοσμητός
ἡ κόσμησις (-η)
τὸ κόσμημα
κοσμητικός
κόσμιος
ἡ κοσμιότης (-τητα)
κοσμικός
ὁ κοσμήτωρ (-ορας)
κοσμικότητα
κοσμάκης
σύνθετακατακοσμῶ

ἐπικοσμῶ

ἀποκοσμῶ
διακοσμῶ
ἡ κοσμογονία
ἡ κοσμογραφία
ὁ κοσμοκράτωρ (-τορας)
ὁ κοσμοπολίτης
ἡ ἀκοσμία
ὁ ὑπόκοσμος
κοσμοθεωρία
κοσμογυρισμένος
κοσμοπλημμύρα
κοσμοσωτήριος
κοσμοϊστορικός
κοσμοναύτης
κοσμοκαλόγερος
κοσμηματοπώλης
κοσμηματοθήκη
απόκοσμος
μαθητόκοσμος
φοιτητόκοσμος