Λεξιλογικός Πίνακας: η οικογένεια του «λέγω» 📖
Το ρήμα λέγω (= μιλώ, λέω) έχει θέματα λεγ-, λογ- και το πανάρχαιο *Fρη- (δίγαμμα Fρη-), από το οποίο προέρχονται λέξεις όπως το ρήμα και η ρήση. Στο κείμενο της Ενότητας συναντήσατε ήδη δύο τύπους του: το λέγειν (απαρέμφατο) και το λελεγμένα (μετοχή παρακειμένου). Γύρω από αυτή τη ρίζα έχει χτιστεί μια ολόκληρη οικογένεια λέξεων, που τη χρησιμοποιείτε σχεδόν καθημερινά χωρίς να το ξέρετε: από το λεξικό μέχρι τον πρόλογο ενός βιβλίου και το λογάριθμο στα μαθηματικά.
Απλές λέξεις της οικογένειας
Ξεκινώντας από το ίδιο το «λέγω», η αρχαία ελληνική σχημάτισε δεκάδες απλές (μη σύνθετες) λέξεις. Πολλές από αυτές επιβίωσαν αυτούσιες ή σχεδόν αυτούσιες στη νέα ελληνική, ενώ άλλες άλλαξαν λίγο τη σημασία τους στον δρόμο τους μέχρι σήμερα.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| ἡ λέξις (-η) | η λέξη | λεξικό, λεξικογραφία, μονολεκτικός |
| ὁ λόγος | ο λόγος, η ομιλία, η σκέψη | τα λόγια, λογικός, λογίζομαι, ο λογισμός |
| τὸ λογίδιον / τὸ λογύδριον (-ιο) | μικρός, σύντομος λόγος | — |
| λόγιος | αυτός που έχει πνευματική καλλιέργεια | η λογιοσύνη |
| λεκτικός | αυτός που αφορά τον λόγο, την ομιλία | — |
| τὸ λογεῖον (-είο) | (α.ε.) το μέρος του θεάτρου όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί | — |
| ὁ ῥήτωρ (-ορας) | αυτός που μιλάει δημόσια, ρήτορας | ῥητορικός, ρητορική |
| ἡ ῥῆσις (-η) | (α.ε.) λόγος, (ν.ε.) απόφθεγμα | το ρητό |
| ἡ ῥήτρα | (α.ε.) γνωμικό ή προφορική συμφωνία, (ν.ε.) όρος σε συμφωνία ή διαθήκη | ποινική ρήτρα |
Η λέξη λεξικό δεν είναι αρχαία με τη σημερινή της χρήση — προέρχεται από το επίθετο λεξικός (= αυτός που αφορά τις λέξεις), το οποίο ουσιαστικοποιήθηκε αργότερα. Έτσι, όποτε ανοίγετε ένα λεξικό, χρησιμοποιείτε στην πραγματικότητα μια λέξη-απόγονο του αρχαίου λέγω! 📘
Σύνθετες λέξεις με α΄ ή β΄ συνθετικό το «λέγω»
Το «λέγω» συνδυάστηκε και με άλλες λέξεις για να φτιάξει σύνθετα, πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται σήμερα σε επιστημονικό ή καθημερινό λόγο.
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| λογοποιός | αυτός που επινοεί λόγους/ιστορίες | — |
| ἀμφιλέγω | 1. φιλονικώ, 2. αμφισβητώ | λογομαχέω / λογομαχῶ |
| ἀντιλέγω | εναντιώνομαι σε κάτι με τον λόγο | ἡ ἀντιλογία, ἡ ἀντίρρησις (-η) |
| προλέγω | λέω κάτι πριν, προφητεύω | ὁ πρόλογος, ἡ πρόρρησις (-η), ὁ ἐπίλογος |
| παράλογος | αντίθετος με τη λογική | — |
| ἀνάλογος | αυτός που βρίσκεται σε αναλογία με κάτι άλλο | — |
| φιλόλογος | αυτός που αγαπά τον λόγο, τα γράμματα | — |
| πολύλογος | αυτός που μιλάει πολύ | ἡ πολυλογία, (ν.ε.) πολυλογάς |
| ἄρρητος / ἀπόρρητος | αυτός που δεν λέγεται, μυστικός | απόρρητο |
| ἡ ἐτυμολογία | η αληθινή σημασία μιας λέξης [< ἔτυμος (= αληθής) + λόγος] | ετυμολογικό λεξικό |
| ἀμφιλεγόμενος | αυτός για τον οποίο υπάρχει διαφωνία | ἡ ἀμφιλογία (= αμφισβήτηση, αντιλογία) |
| ἡ ἀρχαιολογία / ἡ μυθολογία | η μελέτη των αρχαίων / των μύθων | αρχαιολόγος, μυθολόγος |
Σύγχρονες λέξεις με «λόγο» που δεν υπάρχουν στην αρχαία
Πολλές λέξεις της οικογένειας του «λέγω» δημιουργήθηκαν πολύ αργότερα, στη νέα ελληνική, για να ονομάσουν πράγματα που δεν υπήρχαν στην αρχαιότητα:
| Νέα λέξη | Σημασία |
|---|---|
| λογάς | — |
| λογοδοτώ | απολογούμαι |
| λογοφέρνω | διαπληκτίζομαι |
| λογοκρίνω | ελέγχω και απαγορεύω δημοσιεύσεις |
| λογάριθμος | μαθηματικός όρος |
| λογοτέχνης | αυτός που γράφει λογοτεχνία |
| λογοθεραπεία | θεραπεία διαταραχών του λόγου |
| λογοπαίγνιο | παιχνίδι με τις λέξεις |
| λογικοφανής | αυτός που φαίνεται λογικός, χωρίς να είναι |
| λεξικογραφία | η επιστήμη της σύνταξης λεξικών |
| κοντολογίς | με λίγα λόγια |
| μισθολόγιο / τιμολόγιο | κατάλογος μισθών / τιμών |
| αερολογία | κενολογία, φλυαρία |
| βιολογία | η επιστήμη της ζωής |
Στη νέα ελληνική χρησιμοποιούμε το λόγος και για την αιτία («ο λόγος που έφυγε») και για τα μαθηματικά (ο λόγος δύο αριθμών). Στην αρχαία ελληνική, όμως, το λόγος σήμαινε κυρίως ομιλία, σκέψη, επιχείρημα — δεν είχε αυτές τις σημασίες. Όταν βλέπετε σύνθετες λέξεις όπως ανάλογος ή παράλογος, σκεφτείτε πρώτα το «λέγω/σκέφτομαι», όχι το «αιτία».