1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Λεξιλογικός Πίνακας: η οικογένεια του «λέγω» 📖

Το ρήμα λέγω (= μιλώ, λέω) έχει θέματα λεγ-, λογ- και το πανάρχαιο *Fρη- (δίγαμμα Fρη-), από το οποίο προέρχονται λέξεις όπως το ρήμα και η ρήση. Στο κείμενο της Ενότητας συναντήσατε ήδη δύο τύπους του: το λέγειν (απαρέμφατο) και το λελεγμένα (μετοχή παρακειμένου). Γύρω από αυτή τη ρίζα έχει χτιστεί μια ολόκληρη οικογένεια λέξεων, που τη χρησιμοποιείτε σχεδόν καθημερινά χωρίς να το ξέρετε: από το λεξικό μέχρι τον πρόλογο ενός βιβλίου και το λογάριθμο στα μαθηματικά.

Απλές λέξεις της οικογένειας

Ξεκινώντας από το ίδιο το «λέγω», η αρχαία ελληνική σχημάτισε δεκάδες απλές (μη σύνθετες) λέξεις. Πολλές από αυτές επιβίωσαν αυτούσιες ή σχεδόν αυτούσιες στη νέα ελληνική, ενώ άλλες άλλαξαν λίγο τη σημασία τους στον δρόμο τους μέχρι σήμερα.

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
ἡ λέξις (-η)η λέξηλεξικό, λεξικογραφία, μονολεκτικός
ὁ λόγοςο λόγος, η ομιλία, η σκέψητα λόγια, λογικός, λογίζομαι, ο λογισμός
τὸ λογίδιον / τὸ λογύδριον (-ιο)μικρός, σύντομος λόγος—
λόγιοςαυτός που έχει πνευματική καλλιέργειαη λογιοσύνη
λεκτικόςαυτός που αφορά τον λόγο, την ομιλία—
τὸ λογεῖον (-είο)(α.ε.) το μέρος του θεάτρου όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί—
ὁ ῥήτωρ (-ορας)αυτός που μιλάει δημόσια, ρήτοραςῥητορικός, ρητορική
ἡ ῥῆσις (-η)(α.ε.) λόγος, (ν.ε.) απόφθεγματο ρητό
ἡ ῥήτρα(α.ε.) γνωμικό ή προφορική συμφωνία, (ν.ε.) όρος σε συμφωνία ή διαθήκηποινική ρήτρα
Το «λεξικό» και ο δρόμος του στη γλώσσα

Η λέξη λεξικό δεν είναι αρχαία με τη σημερινή της χρήση — προέρχεται από το επίθετο λεξικός (= αυτός που αφορά τις λέξεις), το οποίο ουσιαστικοποιήθηκε αργότερα. Έτσι, όποτε ανοίγετε ένα λεξικό, χρησιμοποιείτε στην πραγματικότητα μια λέξη-απόγονο του αρχαίου λέγω! 📘

Σύνθετες λέξεις με α΄ ή β΄ συνθετικό το «λέγω»

Το «λέγω» συνδυάστηκε και με άλλες λέξεις για να φτιάξει σύνθετα, πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται σήμερα σε επιστημονικό ή καθημερινό λόγο.

Αρχαία λέξηΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
λογοποιόςαυτός που επινοεί λόγους/ιστορίες—
ἀμφιλέγω1. φιλονικώ, 2. αμφισβητώλογομαχέω / λογομαχῶ
ἀντιλέγωεναντιώνομαι σε κάτι με τον λόγοἡ ἀντιλογία, ἡ ἀντίρρησις (-η)
προλέγωλέω κάτι πριν, προφητεύωὁ πρόλογος, ἡ πρόρρησις (-η), ὁ ἐπίλογος
παράλογοςαντίθετος με τη λογική—
ἀνάλογοςαυτός που βρίσκεται σε αναλογία με κάτι άλλο—
φιλόλογοςαυτός που αγαπά τον λόγο, τα γράμματα—
πολύλογοςαυτός που μιλάει πολύἡ πολυλογία, (ν.ε.) πολυλογάς
ἄρρητος / ἀπόρρητοςαυτός που δεν λέγεται, μυστικόςαπόρρητο
ἡ ἐτυμολογίαη αληθινή σημασία μιας λέξης [< ἔτυμος (= αληθής) + λόγος]ετυμολογικό λεξικό
ἀμφιλεγόμενοςαυτός για τον οποίο υπάρχει διαφωνίαἡ ἀμφιλογία (= αμφισβήτηση, αντιλογία)
ἡ ἀρχαιολογία / ἡ μυθολογίαη μελέτη των αρχαίων / των μύθωναρχαιολόγος, μυθολόγος

Σύγχρονες λέξεις με «λόγο» που δεν υπάρχουν στην αρχαία

Πολλές λέξεις της οικογένειας του «λέγω» δημιουργήθηκαν πολύ αργότερα, στη νέα ελληνική, για να ονομάσουν πράγματα που δεν υπήρχαν στην αρχαιότητα:

Νέα λέξηΣημασία
λογάς—
λογοδοτώαπολογούμαι
λογοφέρνωδιαπληκτίζομαι
λογοκρίνωελέγχω και απαγορεύω δημοσιεύσεις
λογάριθμοςμαθηματικός όρος
λογοτέχνηςαυτός που γράφει λογοτεχνία
λογοθεραπείαθεραπεία διαταραχών του λόγου
λογοπαίγνιοπαιχνίδι με τις λέξεις
λογικοφανήςαυτός που φαίνεται λογικός, χωρίς να είναι
λεξικογραφίαη επιστήμη της σύνταξης λεξικών
κοντολογίςμε λίγα λόγια
μισθολόγιο / τιμολόγιοκατάλογος μισθών / τιμών
αερολογίακενολογία, φλυαρία
βιολογίαη επιστήμη της ζωής