Ο κόσμος της δίκης 🏛️
Η αρχαία λέξη ἡ δίκη σήμαινε το ορθό, τον κανόνα, το δίκαιο, τη δίκη. Από αυτήν προέρχονται δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά — στο σχολείο, στις ειδήσεις, ακόμα και σε απλές συζητήσεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος.
Στο κείμενο της ενότητας συναντήσατε τον τύπο δικαιοσύνην — τη δικαιοσύνη που έδειξε ο τίμιος ξυλοκόπος και για την οποία ανταμείφθηκε από τον Ερμή.
Η λέξη δίκη στα αρχαία ελληνικά είχε αρχικά τη σημασία «τρόπος, συνήθεια» και σιγά-σιγά κατέληξε να σημαίνει «το σωστό, το δίκαιο» και τελικά «η δικαστική διαδικασία». Από αυτήν προέκυψαν η δικαιοσύνη, το δικαστήριο, ο δικηγόρος και δεκάδες άλλες λέξεις που ακούμε καθημερινά στις ειδήσεις!
Απλές λέξεις από τη ρίζα δικ-
Οι παρακάτω λέξεις σχηματίζονται απευθείας από το ρήμα δικάζω (= κρίνω, αποφασίζω σε δίκη) ή το ρήμα δικαιῶ (= δικαιώνω).
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις που θυμίζει |
|---|---|---|
| δικάζω | κρίνω, εκδικάζω μια υπόθεση | δικαστήριο, δικαστής |
| δικάσιμος | η μέρα που ορίζεται για τη δίκη | δικάσιμος (η ημερομηνία δίκης) |
| ὁ δικαστής | αυτός που δικάζει | δικαστής, δικαστικός |
| δικαστικός | ό,τι σχετίζεται με τα δικαστήρια | δικαστικός κλητήρας, δικαστική απόφαση |
| δικανικός | αυτό που σχετίζεται με τη δικαιοσύνη ή τα δικαστήρια | δικανικός λόγος (ο λόγος του δικηγόρου στο δικαστήριο) |
| τὸ δικαστήριον | ο χώρος όπου γίνεται η δίκη | δικαστήριο |
| δικαιῶ / δικαιώνω | (α.ε.) επανορθώνω· (ν.ε.) αποδεικνύω κάτι σωστό | δικαιώνομαι |
| τὸ δικαίωμα | αυτό που δικαιούται κανείς | δικαίωμα, ανθρώπινα δικαιώματα |
| ἡ δικαίωσις (-η) | η απόδειξη ότι κάτι ήταν σωστό | δικαίωση |
| ἡ δικαιοσύνη | η αρετή του δίκαιου ανθρώπου, το να αποδίδεις σε καθέναν αυτό που του ανήκει | δικαιοσύνη |
| δίκαιος | αυτός που ενεργεί με το δίκαιο | δίκαιος άνθρωπος |
| δίκην (επίρρημα) | σαν, όπως | «δίκην βέλους» (σαν βέλος) |
Το «δίκαιο» και το «δίκιο» δεν είναι το ίδιο πράγμα στα νέα ελληνικά! Το δίκαιο είναι το σύνολο των νόμων (π.χ. «σπουδάζω δίκαιο») ή κάτι που είναι σωστό και ηθικό (π.χ. «δίκαιη απόφαση»). Το δίκιο είναι η προσωπική ορθότητα μιας άποψης (π.χ. «έχεις δίκιο!»).
Σύνθετες λέξεις
Αυτές οι λέξεις σχηματίζονται όταν στη ρίζα δικ- προστίθεται ένα άλλο συνθετικό (πρόθεμα ή δεύτερο συνθετικό).
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις που θυμίζει |
|---|---|---|
| δικηφόρος | αυτός που φέρνει δικαιοσύνη, ο τιμωρός | — |
| δικολογῶ | μιλώ ως δικηγόρος, υπερασπίζομαι υπόθεση | δικολογία |
| ὁ δικολόγος | (α.ε.) δικηγόρος | δικολόγος |
| συνδικάζω | δικάζω μαζί με άλλον | συνδικάτο |
| διαδικάζω | εξετάζω μια υπόθεση σε δίκη | διαδικασία |
| ὁ δικηγόρος | αυτός που υπερασπίζεται κάποιον στο δικαστήριο | δικηγόρος |
| ἡ δικογραφία | το σύνολο των εγγράφων μιας δικαστικής υπόθεσης | δικογραφία |
| ἡ δικαιολογία | η εξήγηση, το επιχείρημα υπέρ κάποιου | δικαιολογία |
| ἡ δικαιοδοσία | αρμοδιότητα | δικαιοδοσία |
| ἀδικῶ | φέρομαι άδικα σε κάποιον | αδικία |
| τὸ ἀδίκημα | η άδικη, παράνομη πράξη | αδίκημα |
| ἀντιδικῶ | βρίσκομαι σε αντιδικία με κάποιον | αντιδικία |
| ἡ ἀντιδικία | η νομική διαμάχη δύο πλευρών | αντιδικία |
| ὁ ἀντίδικος | ο αντίπαλος σε μια δίκη | αντίδικος |
| καταδικάζω | κρίνω κάποιον ένοχο | καταδίκη |
| ἡ καταδίκη | η ποινή που επιβάλλεται | καταδίκη |
| ἐκδικάζω | εξετάζω και κρίνω μια υπόθεση | εκδίκαση |
| ἡ ἐκδίκασις (-η) | η ολοκλήρωση μιας δίκης | εκδίκαση |
| ἐκδικῶ | (ν.ε.) εκδικούμαι | εκδίκηση |
| ἡ ἐκδίκησις (-η) | η ανταπόδοση κακού με κακό | εκδίκηση |
| ἡ διαδικασία | τα βήματα μιας δίκης ή μιας εργασίας | διαδικασία |
| προδικάζω | (α.ε.) υπερασπίζω· (ν.ε.) προεξοφλώ, κρίνω εκ των προτέρων | προδικάζω |
| ὑπόδικος | αυτός που είναι υπόλογος σε δίκη | υπόδικος |
| φυγόδικος | αυτός που αποφεύγει τη δίκη | φυγόδικος |
| δικολάβος | 1. πρακτικός δικηγόρος χωρίς πτυχίο, 2. μτφ. αυτός που παρουσιάζει τα πράγματα κατά το συμφέρον του | — |
| δικαιούχος | αυτός που έχει δικαίωμα σε κάτι | δικαιούχος επιδόματος |
| δικαιοπραξία | νομική πράξη | δικαιοπραξία |
| αδικοχαμένος | αυτός που πέθανε άδικα, πρόωρα | αδικοχαμένος |
| εξώδικος | αυτός που γίνεται έξω από το δικαστήριο | εξώδικος συμβιβασμός |
| τελεσίδικος | αυτός που έχει οριστικό χαρακτήρα | τελεσίδικη απόφαση |
Ξέρεις ότι η κατάληξη -δικεῖο δίνει ονόματα σε ειδικά δικαστήρια; Το Στρατοδικείο δικάζει στρατιωτικά αδικήματα, το Ναυτοδικείο ναυτικά, το Αεροδικείο αεροπορικά, ενώ το Πταισματοδικείο και το Πλημμελειοδικείο δικάζουν μικρότερα αδικήματα (πταίσματα και πλημμελήματα).