Β1. Λεξιλογικός Πίνακας 📖
ἡ σάρξ [= η σάρκα]
Στο κείμενο της Ενότητας συναντήσατε τον τύπο τῆς σαρκός (γενική πτώση της λέξης ἡ σάρξ). Η λέξη αυτή είναι μία από τις πιο "παραγωγικές" της αρχαίας ελληνικής: από αυτήν έχουν φτιαχτεί δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα.
Η λέξη σάρκα τη χρησιμοποιούμε καθημερινά: λέμε «σάρκα και οστά», «σαρκοφάγος» για ζώο που τρώει κρέας, «σαρκάζω» όταν κάποιος ειρωνεύεται. Όλες αυτές οι λέξεις κρατούν μέσα τους το ίδιο αρχαίο ρίζωμα, τη σάρκα!
Απλά παράγωγα
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| σαρκῶ | ενδυναμώνω κάποιον | — |
| σαρκάζω | (α.ε.) τρώω σάρκες, (ν.ε.) ειρωνεύομαι | σαρκασμός, σαρκαστής, σαρκαστικός |
| σαρκικός | αυτός που αφορά τη σάρκα, το σώμα | — |
| σάρκινος | φτιαγμένος από σάρκα | — |
| σαρκώδης | αυτός που έχει πολλή σάρκα | — |
| τὸ σάρκωμα | όγκος από σάρκα (συνήθως κακοήθης) | — |
| ἡ σάρκωσις | η ενσάρκωση, η απόκτηση σαρκικής μορφής | — |
| τὸ σαρκίον | μικρό κομμάτι σάρκας | — |
Το σαρκάζω στην αρχαιότητα σήμαινε κυριολεκτικά «δαγκώνω/τρώω σάρκα» (σαν άγριο ζώο). Σήμερα το «σαρκάζω» δεν έχει καμία σχέση με φαγητό — σημαίνει «ειρωνεύομαι κάποιον με καυστικά λόγια». Η εικόνα του δαγκώματος πέρασε μεταφορικά στα λόγια που «πληγώνουν»!
Σύνθετα παράγωγα
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| σαρκολιπής | αυτός που έχει λίγη σάρκα, ισχνός | λιπόσαρκος |
| σαρκοποιός | αυτός που δημιουργεί σάρκα | — |
| σαρκοφόρος | αυτός που φέρει σάρκα | — |
| σαρκοφθόρος | αυτός που καταστρέφει τη σάρκα | — |
| σαρκοφαγῶ | τρώω κρέας | σαρκοφάγος, σαρκοβόρος |
| σαρκοφυΐα | η φυσική κατάσταση της σάρκας | — |
Νέα ελληνικά
| Λέξη | Σημασία σήμερα |
|---|---|
| σαρκοβόρος | ζώο που τρέφεται με κρέας |
| σαρκοφάγος, ἡ σαρκοφάγος | αυτός που τρώει κρέας· επίσης, η πέτρινη λάρνακα για νεκρούς |
| λιπόσαρκος | αυτός που έχει λίγη σάρκα, αδύνατος |
| παχύσαρκος | αυτός που έχει πολλή σάρκα, χοντρός |
| λευκόσαρκος | αυτός που έχει λευκή επιδερμίδα |
| ενσαρκώνω | πραγματοποιώ μια ιδέα, ή υποδύομαι έναν ρόλο |
| κατάσαρκα | πάνω στο δέρμα, χωρίς τίποτα ενδιάμεσο |
| μετενσάρκωση | η μετεμψύχωση, η νέα «ενσάρκωση» μιας ψυχής |
Η ρίζα σαρκ- βρίσκεται ζωντανή σε δεκάδες λέξεις της καθημερινής μας γλώσσας: από την ιατρική («σάρκωμα») μέχρι τη λογοτεχνία («ενσαρκώνω έναν ρόλο») και την καθημερινή κουβέντα («σαρκαστικό σχόλιο»). Κάθε φορά που τις χρησιμοποιούμε, «αγγίζουμε» χωρίς να το ξέρουμε την αρχαία ελληνική!