1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: ἡ θάλαττα – θάλασσα 🌊

Μια λέξη, δύο μορφές

Στο αρχαίο κείμενο της ενότητας συναντήσατε τη λέξη θάλατταν (αιτιατική). Η λέξη αυτή στην αρχαία ελληνική είχε δύο τύπους:

  • θάλαττα — έτσι τη έλεγαν στην Αττική διάλεκτο (στην Αθήνα)
  • θάλασσα — έτσι τη έλεγαν σε άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου

Στη Νέα Ελληνική επικράτησε ο δεύτερος τύπος: θάλασσα. Από αυτή τη μία μικρή ρίζα («θαλασσ-» / «θαλαττ-») γεννήθηκαν δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα.

Το ήξερες;

Το -ττ- και το -σσ- είναι δύο διαφορετικοί τρόποι προφοράς του ίδιου ήχου σε αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Το ίδιο φαινόμενο το βλέπουμε και σε άλλες λέξεις, π.χ. γλῶττα (Αττική) / γλῶσσα (άλλες διάλεκτοι) — και οι δύο έδωσαν τη σημερινή λέξη «γλώσσα».

Ρήματα με τη ρίζα «θαλασσ-»

Αρχαία λέξηΤι σήμαινεΣύγχρονη ελληνική
θαλασσεύωβρίσκομαι στη θάλασσα, ταξιδεύω διά θαλάσσης—
θαλασσίζωμοιάζω με θαλασσινό νερό (στο χρώμα)το θαλασσί (χρώμα)
θαλασσῶμετατρέπω κάτι σε θάλασσαθαλασσώνω
θαλαττοῦμαιταξιδεύω στη θάλασσαθαλάσσιος

Επίθετα και ουσιαστικά της καθημερινής μας ζωής

Πολλές από αυτές τις λέξεις τις χρησιμοποιείτε ήδη, χωρίς ίσως να ξέρετε ότι έχουν αρχαία καταγωγή:

Σύγχρονη λέξηΤι σημαίνει σήμερα
θαλάσσιοςαυτός που έχει σχέση με τη θάλασσα (π.χ. θαλάσσιο ταξίδι)
θαλασσινόςαυτό που προέρχεται από τη θάλασσα
τα θαλασσινάτα ψάρια και τα οστρακοειδή που τρώμε
το θαλασσίτο γαλάζιο-πράσινο χρώμα της θάλασσας
παραθαλάσσιοςαυτός που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα
υποθαλάσσιοςαυτός που βρίσκεται κάτω από τη θάλασσα

Σύνθετες λέξεις με τη «θάλασσα»

Η αρχαία ελληνική αγαπούσε να φτιάχνει σύνθετες λέξεις. Δείτε πόσες βγήκαν από τη «θάλασσα»:

Αρχαία σύνθετη λέξηΤι σήμαινε
θαλασσοκράτωρο κυρίαρχος της θάλασσας
θαλασσοκρατίαη κυριαρχία στη θάλασσα
θαλασσοπόροςαυτός που ταξιδεύει στη θάλασσα
ἡ λιμνοθάλασσαπαράκτια λίμνη που επικοινωνεί με τη θάλασσα
λαοθάλασσαπάρα πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων
φουσκοθαλασσιάη θάλασσα όταν έχει μεγάλα κύματα
θαλασσοδέρνωχτυπιέμαι από τα κύματα, ταλαιπωρούμαι
θαλασσόλυκοςο έμπειρος ναυτικός
θαλασσοπούλιτο πουλί που ζει κοντά στη θάλασσα
θαλασσοκοπῶχτυπώ τη θάλασσα με το κουπί
θαλασσουργῶασχολούμαι με τη θάλασσα (ναυτικός, ψαράς)