Λεξιλογικός Πίνακας: ἄρχω 👑
Η λέξη-κλειδί
Η αρχαία ελληνική λέξη ἄρχω σήμαινε τρία πράγματα: αρχίζω κάτι, κυβερνώ έναν λαό ή είμαι αρχηγός. Στο κείμενο της ενότητας συναντήσατε τον τύπο ἄρχεται (= αρχίζει).
Το θέμα της λέξης είναι ἀρχ-, και από αυτό γεννήθηκαν δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα, όπως αρχή, αρχηγός, αρχίζω, αρχαίος, μοναρχία, δήμαρχος.
Η λέξη ἀρχή στα αρχαία ελληνικά είχε δύο σημασίες: «η αρχή/η έναρξη κάποιου πράγματος» και «η εξουσία/η κυβέρνηση». Γι' αυτό μια λέξη σαν τη «μοναρχία» σημαίνει «η εξουσία ενός μόνο ανθρώπου».
Απλές λέξεις από το ἄρχω
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις που τη θυμίζουν |
|---|---|---|
| ὁ ἀρχός | ο αρχηγός | αρχάριος |
| ἀρχεύω | είμαι αρχηγός | αρχονταρίκι, αρχοντιά, αρχοντικός |
| ἡ ἀρχή | η αρχή, η εξουσία | αρχίζω, αρχικός |
| ὁ ἄρχων (-οντας) | ο άρχοντας, ο ηγέτης | — |
| ὁ ἀρχαῖος | ο παλιός, ο πανάρχαιος | αρχαιότητα, αρχαϊκός, αρχαΐζω |
| τὸ ἀρχεῖον (-ο) | ο χώρος όπου φυλάσσονται έγγραφα | αρχείο |
Σύνθετες λέξεις από το ἄρχω
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις που τη θυμίζουν |
|---|---|---|
| ὁ ἀρχιθεωρός | ο αρχηγός | αρχηγείο |
| ἀρχέχορος | ο πρώτος του χορού | — |
| ἀρχέκακος | ο πρώτος αίτιος του κακού | — |
| ἀρχηγετῶ | ξεκινώ | ο αρχηγός |
| ὁ πείθαρχος | ο υπάκουος | η πειθαρχία |
| ἐξάρχω | αρχίζω κάτι | ο έξαρχος |
| ἀρχέγονος | αυτός που υπάρχει από την αρχή του κόσμου | αρχαιοελληνικός |
| τὸ ἀρχέτυπον (-ο) | το πρωτότυπο | αρχέτυπο |
| ὁ ἀρχιερεύς (-έας) | ο ανώτατος ιερέας | ο πατριάρχης |
| ὁ ἀρχιτέκτων (-ονας) | αυτός που σχεδιάζει κτίρια | αρχιτέκτονας |
| ἡ ἀρχαιολογία | η μελέτη των αρχαίων ευρημάτων | αρχαιοδίφης, αρχαιομαθής |
| ἡ ἀρχαιρεσία | η εκλογή αρχόντων | — |
| ὁ ἔξαρχος | (α.ε.) ο αρχηγός, (ν.ε.) εκκλησιαστικός αντιπρόσωπος | — |
| ἡ μοναρχία | η εξουσία ενός μόνο ανθρώπου | μονάρχης |
| ὁ δήμαρχος | ο αρχηγός του δήμου | δημαρχία |
| ὁ φρούραρχος | ο αρχηγός φρουράς | — |
| ἄναρχος | αυτός που δεν έχει αρχηγό | αναρχία |
| ὁ γενάρχης | ο προπάτορας | — |
| ὁ γυμνασιάρχης | ο διευθυντής γυμνασίου | — |
| ἡ πειθαρχία | η υπακοή στους κανόνες | πειθαρχικός |
| ὁ πατριάρχης | ο ανώτατος επικεφαλής της Εκκλησίας | πατριαρχία |
| ὑπάρχω | υπάρχω | ύπαρξη |
Κι άλλες λέξεις που ήδη ξέρεις
αρχηγείο, αρχοντοχωριάτης, αρχοντόσπιτο, αρχιμηνιά, αρχιπέλαγος, αρχιστράτηγος, αρχαιογνωσία, αρχαιοελληνικός, αρχαιοκάπηλος, αρχαιοδίφης, αρχαιομαθής, αρχειοθετώ, πλοίαρχος, εργοστασιάρχης, θιασάρχης, λυκειάρχης, οικογενειάρχης, ποιμενάρχης, φεουδάρχης, εξαρχής.
Η λέξη ἀρχαῖος στα αρχαία σήμαινε απλώς «παλιός». Σήμερα, όταν λέμε «αρχαίος», εννοούμε συγκεκριμένα την εποχή πριν από περίπου 2.500 χρόνια. Επίσης, ο ἄρχων στην αρχαία Αθήνα ήταν συγκεκριμένος πολιτικός αξιωματούχος με σημαντικές εξουσίες, ενώ σήμερα «άρχοντας» λέμε γενικά κάποιον πλούσιο ή ισχυρό άνθρωπο.
Πώς να θυμάσαι τη ρίζα ἀρχ-
- αρχ- + -ή → η αρχή (η έναρξη)
- αρχ- + -ηγός → ο αρχηγός (αυτός που οδηγεί/κυβερνά)
- μον- + αρχ- + -ία → μοναρχία (η εξουσία ενός)
- δήμ- + αρχ- + -ος → δήμαρχος (ο αρχηγός του δήμου)