Η οικογένεια του «κρατῶ» 👑
Τι σημαίνει το ρήμα κρατέω, κρατῶ
Στο κείμενο της Ενότητας συνάντησες τους τύπους κρατοῦσα και κρατήσασα. Και οι δύο προέρχονται από το ρήμα κρατέω, κρατῶ, που σήμαινε:
- είμαι ισχυρός, έχω την εξουσία
- επικρατώ, νικάω
Το ρήμα αυτό προέρχεται από το ουσιαστικό κράτος, που στα αρχαία ελληνικά σήμαινε «η ισχύς, η δύναμη» — ενώ σήμερα η λέξη «κράτος» σημαίνει «η χώρα». Το θέμα της λέξης είναι κρατ- (ή κρατεσ- σε κάποιους τύπους).
Η λέξη «κράτος» άλλαξε σημασία μέσα στους αιώνες: από «δύναμη» έγινε «η οργανωμένη πολιτική κοινότητα», δηλαδή η χώρα. Γι' αυτό λέμε «δημοκρατία» (= η εξουσία του λαού) αλλά και «το ελληνικό κράτος» (= η χώρα Ελλάδα).
Πού συναντάς σήμερα λέξεις από το «κρατῶ»
Η ρίζα κρατ- είναι από τις πιο παραγωγικές της ελληνικής γλώσσας. Χρησιμοποιείται κυρίως σε δύο περιπτώσεις:
- Για να δηλώσει εξουσία, διακυβέρνηση: δημοκρατία, αριστοκρατία, γραφειοκρατία
- Για να δηλώσει κράτηση, συγκράτηση: κρατούμενος, κρατητήριο, συγκρατώ
Λέξεις που ήδη ξέρεις
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| κράτος | δύναμη, ισχύς (α.ε.) · χώρα (ν.ε.) | κρατικός, κρατικοποίηση, κρατίδιο |
| κρατέω, κρατῶ | είμαι ισχυρός, επικρατώ | κρατούμενος, κρατητήριο |
| ἐπικρατῶ | υπερισχύω | επικράτεια, επικράτηση |
| συγκρατῶ | κρατώ κάτι μαζί, δεν το αφήνω | συγκράτηση |
| ὁ αὐτοκράτωρ | ο κύριος του εαυτού του | αυτοκράτορας, αυτοκρατορία |
| ἡ δημοκρατία | (α.ε.) εξουσία του λαού | δημοκρατία, δημοκρατικός |
| ἡ ἀριστοκρατία | (α.ε.) εξουσία των αρίστων | αριστοκρατία, αριστοκρατικός |
Στα αρχαία ελληνικά «κράτος» σήμαινε δύναμη, όχι «χώρα». Όταν λέμε «δημοκρατία» εννοούμε κυριολεκτικά «η δύναμη/εξουσία (κράτος) του λαού (δῆμος)» — όχι «η χώρα του λαού».
Σύνθετες λέξεις με το «κρατῶ»
Πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι σύνθετες: αποτελούνται από τη ρίζα κρατ- και μια άλλη λέξη μπροστά της, που δείχνει ποιος ή τι ασκεί την εξουσία.
| Σύνθετη λέξη | Ανάλυση | Σημασία σήμερα |
|---|---|---|
| θαλασσοκρατῶ | θάλασσα + κρατῶ | κυριαρχώ στη θάλασσα |
| γραφειοκρατία | γραφείο + κράτος/εξουσία | υπερβολικά πολύπλοκη διοίκηση |
| τεχνοκράτης | τέχνη/επιστήμη + κράτος | ειδικός που κυβερνά με βάση την επιστήμη |
| τρομοκράτης | τρόμος + κρατῶ | αυτός που επιβάλλεται με τον φόβο |
| ἀριστοκρατοῦμαι | ἄριστος + κρατοῦμαι | κυβερνώμαι από τους καλύτερους/ισχυρότερους |
Πολλά αρχαία ελληνικά ονόματα περιέχουν τη ρίζα κρατ-, όπως ο Σωκράτης, ο Ἱπποκράτης, ο Ξενοκράτης και ο Ἰσοκράτης. Το «-κράτης» σε αυτά τα ονόματα σήμαινε «αυτός που έχει δύναμη/κύρος».
Ιστορικές περίοδοι με «-κρατία»
Η κατάληξη -κρατία χρησιμοποιείται και για να ονομάσουμε περιόδους ξένης κυριαρχίας στην ελληνική ιστορία, όπως η Τουρκοκρατία και η Ενετοκρατία — δηλαδή η περίοδος που η Ελλάδα βρισκόταν υπό τουρκική ή ενετική (βενετσιάνικη) εξουσία.