Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: η οικογένεια της λέξης «πόλις» 🏛️
Στο αρχαίο κείμενο συναντήσατε τον τύπο πόλεις (ίδρυσε πόλεις ο Αλέξανδρος). Η λέξη ἡ πόλις είναι μία από τις πιο σημαντικές λέξεις της αρχαίας ελληνικής -- και οι απόγονοί της είναι παντού γύρω μας σήμερα: στην πολιτική, στην πολεοδομία, ακόμα και στη λέξη «πολίτης» που χρησιμοποιούμε καθημερινά!
Τι σημαίνει «πόλις»
Στην αρχαία Ελλάδα η πόλις δεν ήταν μόνο ένας τόπος με σπίτια. Ήταν μια ανεξάρτητη κοινότητα ανθρώπων με δικούς της νόμους, δικό της στρατό και δική της διοίκηση -- κάτι σαν μικρό κράτος (π.χ. η Αθήνα, η Σπάρτη). Από αυτήν τη ρίζα γεννήθηκαν δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα.
Απλές λέξεις (χωρίς πρόθεμα)
| Αρχαία λέξη | Τι σήμαινε | Σύγχρονες λέξεις που προέρχονται από αυτήν |
|---|---|---|
| πολίζω | οικοδομώ, ιδρύω πόλη | -- |
| ἡ πολίχνη | η μικρή πόλη | -- |
| τὸ πόλισμα | η πόλη, η κωμόπολη | -- |
| ὁ πολίτης | ο πολίτης | πολίτης |
| ἡ πολιτεία | (α.ε.) το πολίτευμα, ο τρόπος ζωής των πολιτών· (ν.ε.) το κράτος, η πόλη | πολιτεία |
| ὁ πολιτευτής | ο πολιτικός | πολιτευτής |
| πολιτικός | αυτός που αφορά την πόλη/το κράτος | πολιτικός, τα πολιτικά, το πολίτευμα, η πολιτική |
| πολιτεύω | είμαι πολίτης | -- |
| πολιτεύομαι | (α.ε.) είμαι ενεργός πολίτης, δρω ως πολίτης· (ν.ε.) θέτω υποψηφιότητα στις εκλογές | πολιτεύομαι |
| ὁ πολιτισμός | ο πολιτισμός | πολιτισμός, πολιτισμένος, πολιτιστικός |
| πολιτικάντης | ο ανάξιος πολιτικός | πολιτικάντης |
| πολιτειακός | αυτός που σχετίζεται με το πολίτευμα | πολιτειακός |
Σύνθετες λέξεις (με πρόθεμα)
| Αρχαία λέξη | Τι σήμαινε | Σύγχρονες λέξεις που προέρχονται από αυτήν |
|---|---|---|
| ὁ ὑψίπολις | ο πολίτης ένδοξης πόλης | -- |
| ὁ ἄπολις | αυτός που δεν έχει πόλη, πατρίδα | άπολις, απολίτευτος |
| ὁ πολιτάρχης | ο αρχηγός της πόλης | -- |
| ἡ ἀκρόπολις (-η) | η ψηλότερη, οχυρωμένη περιοχή της πόλης | ακρόπολη |
| ἡ κωμόπολις (-η) | η μικρή πόλη | κωμόπολη |
| πολιορκῶ | κυκλώνω εχθρική πόλη με στρατό για να την καταλάβω | πολιορκώ, πολιορκία |
| ὁ πολιοῦχος | ο προστάτης της πόλης | -- |
| πολιτογραφῶ | (α.ε.) εγγράφω κάποιον ως πολίτη· (ν.ε.) δίνω υπηκοότητα | πολιτογραφώ, πολιτικοποίηση |
| ὁ πολιτοφύλαξ (-ακας) | αυτός που φυλάει τους πολίτες | πολιτοφυλακή |
| ἀντιπολιτεύομαι | είμαι πολιτικός αντίπαλος | αντιπολίτευση |
| ὁ πολεοδόμος | αυτός που σχεδιάζει πόλεις | πολεοδόμος, πολεοδομία |
Η λέξη «πόλις» έδωσε στα αγγλικά τις λέξεις police (αστυνομία -- αρχικά σήμαινε «διοίκηση της πόλης») και politics (πολιτική)! Ακόμα και η λέξη «μητρόπολη» ταξίδεψε σε πολλές γλώσσες του κόσμου.
Η λέξη πολιτεύομαι στα αρχαία σήμαινε απλώς «συμμετέχω ενεργά στη ζωή της πόλης ως πολίτης». Σήμερα όμως χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με τη σημασία «θέτω υποψηφιότητα σε εκλογές» -- μια πολύ πιο στενή σημασία από την αρχική!