ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.
Β1. Λεξιλογικός Πίνακας 🧐
ζευγνύω (και ζεύγνυμι) [= δένω μαζί με κάτι άλλο, ζευγαρώνω, ζεύω]
θ. ζευγ-, ζυγ-
[στο κείμενο συναντήσατε τον τύπο ζυγοῦ]
| Κατηγορία | Τύπος | Αρχαία Ελληνική | Αρχαία/Νέα Ελληνική | Νέα Ελληνική |
|---|---|---|---|---|
| Ομόρριζα | απλά | ὁ ζύγιος | ἡ ζεῦξις (-η) [= (α.ε.) 1. η σύνδεση, 2. το ζέψιμο αλόγων] | ζεύω [= τοποθετώ ζώα στον ζυγό, για να σύρουν φορτίο] |
| ἡ ζεύγλη [= το καμπύλο μέρος του ζυγού] | τὸ ζεῦγμα [= (α.ε.) το μέσο που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση] | ζέψιμο | ||
| τὸ ζεῦγος | ζευγάς [= ο ζευγίτης] | |||
| τὸ ζευγάριον (-ι) | ζευγαρώνω | |||
| ὁ ζευγίτης | ζευγαρωτός | |||
| ζευκτήριος [= (α.ε.) ο κατάλληλος για ζεύξη] | ζυγαριά | |||
| ζευκτός | ζύγισμα | |||
| ζυγόω, ζυγῶ (-ώνω) [= (α.ε.) ενώνω κάτω από τον ίδιο ζυγό, (ν.ε.) πλησιάζω] | ζύγιση | |||
| τὸ ζυγόν και ὁ ζυγός | ζύγι | |||
| τὸ ζύγωμα | ζυγωματικός | |||
| Ομόρριζα | σύνθετα | διαζεύγνυμι | ζευγηλάτης [= (α.ε.) ο οδηγός ζεύγους βοδιών, ο ζευγίτης, (ν.ε) ο ζευγολάτης] | ζυγοστάθμιση |
| ζυγοστατέω, ζυγοστατῶ [= ζυγίζω] | ἡ διάζευξις (-η) | διαζύγιο | ||
| ζυγοποιέω, ζυγοποιῶ [= φτιάχνω ζυγούς] | ἡ σύζευξις (-η) | διαζευκτήριο | ||
| τὸ ζυγόδεσμον | ὁ συζυγής [= αυτός που είναι συνδεδεμένος με τον άλλον σε ενιαίο σύνολο] | διαζευγμένος | ||
| τὸ ζύγαστρον [= κουτί, κιβώτιο] | ἡ συζυγία | σύζευγμα [= το αποτέλεσμα της σύζευξης] | ||
| ζευγοτρόφος | σύζυγος | συζυγικός | ||
| παραζεύγνυμι [= ζεύω μαζί, 2. ενώνω, παντρεύω] | ὁ ὁμόζυξ (ν.ε. ομόζυγος) | |||
| ὁ ἄζυξ [= άζευκτος, άγαμος] |