ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.
Β1. Λεξιλογικός Πίνακας: ἡ γῆ 🌍
Μια λέξη που χρησιμοποιείς κάθε μέρα
Στο κείμενο συναντήσαμε τη λέξη γῆ. Είναι μια από τις πιο "παραγωγικές" λέξεις της ελληνικής γλώσσας: από αυτήν έχουν φτιαχτεί δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιείς κι εσύ σήμερα, από το γεωγράφο και τον γεωπόνο μέχρι το γήπεδο και το αεροπλάνο που απογειώνεται.
Από πού βγήκε η λέξη γεωμετρία;
Η λέξη γεωμετρία σημαίνει κυριολεκτικά «μέτρηση της γης» (γῆ + μετρῶ). Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι και Έλληνες τη χρησιμοποιούσαν αρχικά για να ξαναμετρούν τα χωράφια τους μετά τις πλημμύρες του Νείλου -πολύ πριν γίνει κλάδος των μαθηματικών!
Απλές λέξεις από τη γῆ
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| γήινος | αυτός που ανήκει στη Γη | γήινος (πλανήτης) |
| γεώδης, γαιώδης | αυτός που έχει τη σύσταση της γης, χωμάτινος | γεώδες έδαφος |
Σύνθετες λέξεις από τη γῆ
| Αρχαία λέξη | Σημασία | Σύγχρονη λέξη που προήλθε από αυτήν |
|---|---|---|
| ὁ γεωρύχος | αυτός που σκάβει τη γη | - |
| ὁ γεωμόρος | κτηματίας, ιδιοκτήτης γης | - |
| γεωργέω, γεωργῶ | καλλιεργώ τη γη | γεωργός, γεωργία |
| ὁ γεωτόμος | αυτός που ανοίγει το έδαφος | - |
| ὁ/ἡ γηγενής | αυτός που γεννήθηκε από τη γη | - |
| ὁ γεωπόνος | επιστήμονας της γεωργικής παραγωγής | γεωπόνος |
| ὁ γεωγράφος | αυτός που περιγράφει τη Γη | γεωγράφος, γεωγραφία |
| ὁ γήλοφος, γεώλοφος | μικρός λόφος | - |
| ἔγγαιος, ἔγγειος | ντόπιος, εγχώριος· ό,τι σχετίζεται με τη γη | έγγειος (ιδιοκτησία) |
| τὸ γήπεδον | (αρχαία) τεμάχιο γης· (σήμερα) χώρος αθλητικών αγώνων | γήπεδο, γηπεδούχος |
| ἡ γεωμετρία | κλάδος των μαθηματικών που μελετά σχήματα και χώρο | γεωμετρία |
| ἐπίγειος | αυτός που βρίσκεται πάνω στη γη | επίγειος |
| μεσόγειος | αυτός που βρίσκεται ανάμεσα σε στεριές | Μεσόγειος (θάλασσα) |
| ὑπόγειος | αυτός που βρίσκεται κάτω από το έδαφος | υπόγειος |
Λέξεις μόνο της νέας ελληνικής (από την ίδια ρίζα)
| Νέα ελληνική λέξη | Τι σημαίνει |
|---|---|
| γεωλόγος | επιστήμονας που μελετά τα πετρώματα και τη δομή της Γης |
| γεώμηλο | η πατάτα (κυριολεκτικά «μήλο της γης») |
| γεώτρηση, γεωτρύπανο | η διάνοιξη οπής στο έδαφος και το εργαλείο που τη διανοίγει |
| γεωδυναμική | ο κλάδος που μελετά τις δυνάμεις στο εσωτερικό της Γης |
| γεωπολιτικός | αυτός που σχετίζεται με την επίδραση της γεωγραφίας στην πολιτική |
| περίγειο / απόγειο | το πλησιέστερο / το πιο μακρινό σημείο τροχιάς γύρω από τη Γη |
| υδρόγειος (σφαίρα) | η σφαίρα που απεικονίζει τη Γη |
| ισόγειος, υπέργειος | στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος· πάνω από το έδαφος |
| απογειώνω, προσγειώνω | κάνω ένα αεροσκάφος να φύγει από το έδαφος· το φέρνω πίσω σε αυτό |
Πρόσεξε τη διαφορά!
Το γήπεδο στην αρχαία ελληνική σήμαινε απλώς «κομμάτι γης, οικόπεδο» -όχι απαραίτητα χώρος για αγώνες. Τη σημερινή αθλητική σημασία την απέκτησε πολύ αργότερα.