Λεξιλογικός Πίνακας: η φωνή 🗣️
Από πού ξεκινάμε
Η λέξη ἡ φωνή σημαίνει η φωνή — ό,τι ακούμε όταν κάποιος μιλάει, τραγουδάει ή φωνάζει. Στο κείμενο της Ενότητας τη συναντήσαμε στον τύπο φωνῇ (δοτική), στη φράση «ἑλληνικῇ φωνῇ» = «με ελληνική φωνή, στα ελληνικά».
Η λέξη αυτή είναι μία από τις πιο «γόνιμες» της αρχαίας ελληνικής: από αυτήν προήλθαν δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά, όπως μικρόφωνο, τηλέφωνο, συμφωνία και άφωνος.
Η ρίζα φων- ταξίδεψε αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες. Σήμερα τη βρίσκουμε ακόμα και σε διεθνείς όρους όπως το αγγλικό phone (τηλέφωνο) και το telephone, που φτιάχτηκε ενώνοντας τις ελληνικές λέξεις τῆλε (μακριά) και φωνή — δηλαδή «φωνή από μακριά»!
Πίνακας λέξεων
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει πώς η λέξη φωνή γέννησε άλλες λέξεις στα αρχαία ελληνικά, και ποιες σύγχρονες ελληνικές λέξεις προήλθαν από αυτές.
| Αρχαία Ελληνική | Σημασία | Σύγχρονες λέξεις |
|---|---|---|
| φωνητός | αυτός που μπορεί να ειπωθεί | φωνητικός, φωνηεντικός |
| τὸ φώνημα | ό,τι προφέρουμε ως ήχο | φώνημα |
| φωνῆεν | γράμμα όπως α, ε, ι, ο, υ | φωνήεν |
| φωνάζω, φωναχτά, φωνακλάς | βγάζω δυνατή φωνή | φωνάζω, φωναχτά, φωνακλάς |
| φωνασκέω, φωνασκῶ | καλλιεργώ τη φωνή μου | φωνασκία |
| ἡ εὐφωνία | η ωραία, αρμονική φωνή | εύφωνος, ευφωνικός |
| ἀναφωνέω, ἀναφωνῶ | φωνάζω δυνατά | αναφωνώ |
| διαφωνέω, διαφωνῶ / ἡ διαφωνία | δεν συμφωνώ / διαφορά γνώμης | διαφωνώ, διαφωνία |
| συμφωνέω, συμφωνῶ / ἡ συμφωνία | συμφωνώ / ταύτιση απόψεων | συμφωνώ, συμφωνία, σύμφωνος |
| ἄφωνος / ἡ ἀφωνία | χωρίς φωνή | άφωνος, αφωνία |
| καλλίφωνος | με όμορφη φωνή | καλλίφωνος |
| παράφωνος / ἡ παραφωνία | ήχος εκτός αρμονίας | παράφωνος, παραφωνία |
| πολύφωνος / ἡ πολυφωνία | με πολλές φωνές | πολύφωνος, πολυφωνικός |
| μικρόφωνος / ἡ μικροφωνία | με μικρή φωνή (αρχικά) | μικρόφωνο 🎤, μικροφωνία |
| μεγαλόφωνος | με δυνατή φωνή | μεγαλόφωνα (ή -ως), μεγάφωνο |
Το αρχαίο ρήμα φωνασκέω σήμαινε «γυμνάζω, καλλιεργώ τη φωνή μου» — π.χ. ένας ρήτορας που εξασκούσε τη φωνή του πριν μιλήσει σε πλήθος. Σήμερα το φωνασκώ έχει αρνητική χροιά και σημαίνει «φωνάζω δυνατά, κραυγάζω χωρίς λόγο» — π.χ. «Σταμάτα να φωνασκείς!». Η σημασία δηλαδή άλλαξε από «εξασκούμαι» σε «φωνάζω άσκοπα».
Άλλες σύγχρονες λέξεις με τη ρίζα φων-
Πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα φτιάχτηκαν αργότερα, ενώνοντας τη ρίζα φων- με άλλες λέξεις:
- γραμμόφωνο 🎶 — γράμμα (εγγραφή) + φωνή
- φωνογράφος — φωνή + γράφω
- φωνοληψία — φωνή + λαμβάνω (καταγραφή ήχου)
- φωνολογία / φωνολογικός — φωνή + λόγος (ο κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τους φθόγγους μιας γλώσσας)
- αντιφωνώ — απαντώ φωνάζοντας