1. Λεξιλογικός Πίνακας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Λεξιλογικός Πίνακας: η φωνή 🗣️

Από πού ξεκινάμε

Η λέξη ἡ φωνή σημαίνει η φωνή — ό,τι ακούμε όταν κάποιος μιλάει, τραγουδάει ή φωνάζει. Στο κείμενο της Ενότητας τη συναντήσαμε στον τύπο φωνῇ (δοτική), στη φράση «ἑλληνικῇ φωνῇ» = «με ελληνική φωνή, στα ελληνικά».

Η λέξη αυτή είναι μία από τις πιο «γόνιμες» της αρχαίας ελληνικής: από αυτήν προήλθαν δεκάδες λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά, όπως μικρόφωνο, τηλέφωνο, συμφωνία και άφωνος.

Ένα ταξίδι 2.500 ετών

Η ρίζα φων- ταξίδεψε αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες. Σήμερα τη βρίσκουμε ακόμα και σε διεθνείς όρους όπως το αγγλικό phone (τηλέφωνο) και το telephone, που φτιάχτηκε ενώνοντας τις ελληνικές λέξεις τῆλε (μακριά) και φωνή — δηλαδή «φωνή από μακριά»!

Πίνακας λέξεων

Ο παρακάτω πίνακας δείχνει πώς η λέξη φωνή γέννησε άλλες λέξεις στα αρχαία ελληνικά, και ποιες σύγχρονες ελληνικές λέξεις προήλθαν από αυτές.

Αρχαία ΕλληνικήΣημασίαΣύγχρονες λέξεις
φωνητόςαυτός που μπορεί να ειπωθείφωνητικός, φωνηεντικός
τὸ φώνημαό,τι προφέρουμε ως ήχοφώνημα
φωνῆενγράμμα όπως α, ε, ι, ο, υφωνήεν
φωνάζω, φωναχτά, φωνακλάςβγάζω δυνατή φωνήφωνάζω, φωναχτά, φωνακλάς
φωνασκέω, φωνασκῶκαλλιεργώ τη φωνή μουφωνασκία
ἡ εὐφωνίαη ωραία, αρμονική φωνήεύφωνος, ευφωνικός
ἀναφωνέω, ἀναφωνῶφωνάζω δυνατάαναφωνώ
διαφωνέω, διαφωνῶ / ἡ διαφωνίαδεν συμφωνώ / διαφορά γνώμηςδιαφωνώ, διαφωνία
συμφωνέω, συμφωνῶ / ἡ συμφωνίασυμφωνώ / ταύτιση απόψεωνσυμφωνώ, συμφωνία, σύμφωνος
ἄφωνος / ἡ ἀφωνίαχωρίς φωνήάφωνος, αφωνία
καλλίφωνοςμε όμορφη φωνήκαλλίφωνος
παράφωνος / ἡ παραφωνίαήχος εκτός αρμονίαςπαράφωνος, παραφωνία
πολύφωνος / ἡ πολυφωνίαμε πολλές φωνέςπολύφωνος, πολυφωνικός
μικρόφωνος / ἡ μικροφωνίαμε μικρή φωνή (αρχικά)μικρόφωνο 🎤, μικροφωνία
μεγαλόφωνοςμε δυνατή φωνήμεγαλόφωνα (ή -ως), μεγάφωνο

Άλλες σύγχρονες λέξεις με τη ρίζα φων-

Πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα φτιάχτηκαν αργότερα, ενώνοντας τη ρίζα φων- με άλλες λέξεις:

  • γραμμόφωνο 🎶 — γράμμα (εγγραφή) + φωνή
  • φωνογράφος — φωνή + γράφω
  • φωνοληψία — φωνή + λαμβάνω (καταγραφή ήχου)
  • φωνολογία / φωνολογικός — φωνή + λόγος (ο κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τους φθόγγους μιας γλώσσας)
  • αντιφωνώ — απαντώ φωνάζοντας