Ρωμιοσύνη 📜
Στο δεύτερο μέρος από το συνθετικό ποίημα Ρωμιοσύνη, που έγραψε ο Ρίτσος μετά την Κατοχή (1945-1947), σκιαγραφούνται παραστατικά καθημερινές σκηνές του ελληνικού καλοκαιριού (φυσικό περιβάλλον, αγροτικές εργασίες, καθημερινή ζωή), στις οποίες αποτυπώνεται δραματικά ο πόνος του εθνικού διχασμού, που τα χρόνια εκείνα ταλαιπωρούσε την Ελλάδα.
Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε μεγάλο μέρος της «Ρωμιοσύνης» τη δεκαετία του 1960, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να ερμηνεύει τους στίχους. Ο κύκλος τραγουδιών έγινε τόσο δημοφιλής που πολλά αποσπάσματα του ποιήματος έμειναν στη συλλογική μνήμη ως τραγούδια πριν ακόμα διαβαστούν ως ποίηση.
Οι περιγραφές του τοπίου (θυμάρι, καμπάνα, αλώνια, τρύγος) μοιάζουν αρχικά με απλή αγροτική ζωγραφιά. Στην πραγματικότητα κάθε εικόνα κρύβει τον πόνο του πολέμου και του διχασμού: η μάνα με τα «εφτά σφαγμένα παλικάρια» δείχνει ότι η ειρηνική επιφάνεια του τοπίου συνυπάρχει με το πένθος. Μη διαβάζετε το κείμενο μόνο ως τοπιογραφία.
Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερού που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο
που φωνάζει τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται μες στη χόβολη της ερημιάς
κι οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι
στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού
καπνισμένο απ' τον καημό της δύσης.
Η Παναγιά πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο
η προβατίνα που 'χει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμί κι η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
Α, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
απάνου στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»,
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά σφαγμένα παλικάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.
Τούτο το κόκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ως το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σα λύρες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.
Α, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο
σπαθί θα κόψει το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που
με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;
Γ. Ρίτσος, Ρωμιοσύνη, Κέδρος