Τα ζα 🐴
Το απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα Η ζωή εν τάφω (1931) του Στράτη Μυριβήλη, ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους της γενιάς του 1922-1945. Ο αφηγητής, φαντάρος στο μακεδονικό μέτωπο, καταγράφει σε μορφή ημερολογίου ένα επεισόδιο που δεν έχει καμία στρατιωτική σημασία, αλλά τον συγκλονίζει βαθιά: τον βομβαρδισμό και την εξόντωση ενός κοπαδιού γαϊδουριών που η στρατιωτική διοίκηση είχε «επιστρατεύσει» για τη μεταφορά πολεμικού υλικού.
Η αφήγηση ξεκινά με έναν στοχασμό του αφηγητή πάνω στη διαφορά ανθρώπου και ζώου απέναντι στον πόλεμο: ο άνθρωπος τουλάχιστον διαλέγει να πολεμήσει, έχει κίνητρα, συμφέροντα, ακόμη και τρόπους να γλιτώσει· το ζώο δεν καταλαβαίνει τίποτα, υπακούει και πεθαίνει χωρίς λόγο. Πάνω σε αυτή την αντίθεση χτίζεται όλο το κείμενο. Ακολουθεί η ιστορία της «συζυγαρχίας» των γαϊδουριών, η μεταφορά τους στο μέτωπο, μια σύντομη περίοδος ξεκούρασης και φυσικής χαράς, και τέλος ο ξαφνικός βομβαρδισμός που τα αφανίζει, την ώρα ακριβώς που γιόρταζαν τη ζωή. Η ωμή, λεπτομερειακή περιγραφή του θανάτου τους λειτουργεί ως καταγγελία της παραλογίας και της αδικίας του πολέμου.
Τα ζα στον πόλεμο! Σήμερα από το πρωί συλλογιούμαι μόνο αυτό. Καλά εμείς οι άνθρωποι. Έχουμε τα συμφέρα μας, τις ιδεολογίες μας, τις λόξες μας, τις μεγαλομανίες και τους ενθουσιασμούς μας. Απ' όλα αυτά μαγειρεύεται περίφημα ο πόλεμος. Έχουμε και τις πονηριές μας, για να γλιτώνουμε σαν δούμε τα ζόρικα. Τ' αμπριά μας, τα νοσοκομεία, ακόμα και τις λιποταξίες. Όμως τ' αγαθά τα ζα που τα επιστρατεύουμε να κάμουν μαζί μας τον πόλεμο;
Θαρρώ πως, όταν καμιά φορά οι άνθρωποι βγάλουν από μέσα τους την επιληψία του ομαδικού σκοτωμού, θα 'χουν όλο το δίκιο να ντρέπουνται σ' όλη τους τη ζωή και μόνο γι' αυτό: που τραβήξανε και τ' αθώα τα ζα στον πόλεμο. Στοχάζουμαι πως κάποτε θα είναι ένα απ' τα πιο μαύρα σημάδια της Ιστορίας των Ανθρώπων.
Η Μεραρχία μας κουβάλησε μαζί της απ' το νησί και μια συζυγαρχία γαϊδάρους. «Συζυγαρχία ημιόνων» γράφεται στα χαρτιά. Μα η αλήθεια είναι πως έχει μόνο γαϊδάρους. Υποφέρανε πολύ ώσπου να τους μπάσουνε στα βαπόρια. Το ίδιο και σαν τους ξεφορτώνανε στη Θεσσαλονίκη. Τους αρπούσε το βίντσι μουγκρίζοντας θυμωμένα και τους σήκωνε ανάερα μέσα στη γερή φασκιά τους. Αυτό τους ξετρέλαινε. Κι η τρομάρα τους ήταν εκπληχτικά ζωγραφισμένη μέσα στα έξαλλα μάτια τους. Κλωτσούσανε στο κενό, φρουμάζανε, στριφογύριζαν τους βολβούς και το πετσί τους ρυτίδιαζε απ' τη φρίκη. Κατόπι περάσανε μαζί μας όλη τη Μακεδονία φορτωμένοι πυρομαχικά. Τα 'χανε κι αυτοί με τους Γερμανούς, με τους Τούρκους, με τους Βουλγάρους. Σα μπήκαμε 'μείς στο χαράκωμα, ο όρχος τους στήθηκε στην Κούπα. Είναι ένα χωριό πίσω από τις γραμμές μας, ρημαγμένο από το πυροβολικό. Μένουν εκεί μονάχα κάτι Φραντσέζοι φουρναραίοι. Εκεί στην Κούπα, μέσα σε μιαν όμορφη χαράδρα, έστησε τα παλούκια της η «Συζυγαρχία των ημιόνων» της Μεραρχίας μας.
Τα ζα ξεκουραστήκανε κάμποσες μέρες απ' το πολυμερίτικο περπάτημα που τα 'χε παραζαλισμένα στην κούραση. Ξανεσάνανε. Βρήκανε κιόλας μπόλικο χορτάρι, φάγαν και πήραν απάνω τους. Καρδάμωσαν. Τότε προσέξανε πως ήταν χαρά Θεού πάνω στη γης, κι ο Έρωτας κέντριζε όλα τα πάντα, από τα μαμούδια ως τα λουλούδια, να μπούνε μέσα στο παναιώνιο πανηγύρι της αναπαραγωγής. Οι γαϊδάροι ακούσαν το μεγάλο κάλεσμα και απάντησαν με το ερωτικό τους σάλπισμα: παρών! Υπάκουγα, γεμάτα αθωότητα κι ανηξεριά σαν όλα τα ζα. Η χαράδρα βούιξε από τα παράφωνα επιθαλάμια χλιμιντρίσματα. Και ο αντίλαλος πήρε τα ερωτικά σαλπίσματα και τα πήγε ως πέρα στο Περιστέρι.
Ένα αεροπλάνο ξεκίνησε τότε βουΐζοντας απ' αντίκρυ. Ήρθε κι έκοψε ένα-δυο γύρους πάνω από τη χαράδρα. Αυτοί το χαβά τους. Κατόπι γύρισε πίσω μέσα στην αποθέωση των οβίδων, που έσκαζαν στον ουρανό σαν ένα κοπάδι άσπρα προβατάκια που όλο και πλήθαιναν γύρω του.
Οι γαϊδάροι δεν ξέρουν από αεροπλάνα. Ήτανε κιόλας τόσο σύγκορμα παραδομένοι στη χαρά της ζωής, που δεν τους απόμενε καιρός να προσέξουν τίποτ' άλλο.
Σε λίγο η λαγκαδιά βόγγηξε βαριά από μια σειρά εκρήξεις και σουβλερές σφυριξιές. Ήταν ένα σωστό μακελειό αθώων. Τα ζα ξεκοιλιάστηκαν, σφάχτηκαν πάνω στο τρυφερό χορτάρι, αγκρισμένα μέσα στο μεθύσι της γεννητικής τους χαράς. Ψοφούσαν κι ανεστέναζαν σαν άνθρωποι. Πέφτανε χάμου και ξεψυχούσαν σιγά σιγά, γύριζαν το λαιμό κοιτάζοντας λυπητερά τα εντόσθιά τους, που σάλευαν σαν κοκκινωπά φίδια ανάμεσα στα πόδια τους. Κουνούσαν απάνω-κάτω τα χοντρά τους κεφάλια δίχως να καταλαβαίνουν τίποτα. Ανετρίχιαζαν, τρέμανε τα ρουθούνια τους, ανοίγανε τα πλατιά χείλια ξεσκεπάζοντας τα δόντια τους και σερνόντανε με τσακισμένα πόδια. Πεθαίνανε στο τέλος βρέχοντας τα λουλούδια με το αίμα τους, και τα μεγάλα μάτια τους ήταν γεμάτα απορίες και πόνους. Ένα γαϊδουράκι με τσακισμένη τη ραχοκοκαλιά χαμόσερνε καμιά δεκαπενταριά μέτρα το κορμί του, ακουμπώντας μόνο στα μπροστινά πόδια. Κατόπι αναδιπλώθηκε, γύρισε το κεφάλι προς τη μεγάλη λαβωματιά του κι αγκομαχούσε πολλήν ώρα ώσπου να παραδώσει.
Ένας ημιονηγός, μόλις άρχισε ο βομβαρδισμός, βάλθηκε να τρέχει σαστισμένος. Βαστούσε γερά το χαλινάρι του γαϊδάρου του κι έτρεχε σαν τρελός. Έφτασε έτσι ως τ' αμπριά των Φραντσέζων ψωμάδων. Εκεί πια, μέσα στα γιούχα της φανταριάς, πήρε είδηση πως έσερνε πίσω του το κεφάλι του γαϊδάρου θερισμένο απ' το λαιμό.
Μέσα στα κλειδωμένα δόντια του το ζο κρατούσε ακόμα μια τούφα κίτρινες μαργαρίτες ματωμένες.
Η ζωή εν τάφω δεν αφηγείται τον πόλεμο σαν ιστορικό χρονικό, αλλά σαν προσωπικό ημερολόγιο ενός απλού φαντάρου. Ο Μυριβήλης βασίστηκε στη δική του εμπειρία στο μακεδονικό μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, γι' αυτό και οι λεπτομέρειες —όπως η σκηνή με τα γαϊδούρια— μοιάζουν τόσο αληθινές: δεν είναι επινοημένες για εντυπωσιασμό, αλλά καταγραφή αυτού που είδε ο ίδιος.
Ένα συχνό λάθος είναι να διαβαστεί το απόσπασμα ως απλή περιγραφή ενός δυστυχήματος με ζώα. Στην πραγματικότητα τα γαϊδούρια λειτουργούν ως σύμβολο όλων των αθώων θυμάτων του πολέμου: όσων δεν επέλεξαν να πολεμήσουν, δεν κατάλαβαν γιατί πολεμούν, και πλήρωσαν το ίδιο τίμημα με τους ανθρώπους. Η αντίθεση ανάμεσα στη χαρά της ζωής (ξεκούραση, έρωτας, άνοιξη) και στον ξαφνικό θάνατο είναι το κεντρικό αντιπολεμικό μήνυμα, όχι απλώς μια σκηνή φρίκης.