Βράδυ 🌃
Το ποίημα είναι επηρεασμένο από το πνεύμα του νεοσυμβολισμού, όπως μαρτυρούν οι υποβλητικές εικόνες, η μουσικότητα των στίχων και η μελαγχολική διάθεση που το διαποτίζει. Ανήκει στην ποιητική συλλογή Ελεγεία και σάτιρες.
Το ποίημα είναι γραμμένο ως μία ενιαία, μακρά περίοδος λόγου: μια σειρά από εικόνες που παρατάσσονται η μία μετά την άλλη, χωρίς κύριο ρήμα, ώσπου να καταλήξουν όλες μαζί στον τελευταίο στίχο. Αυτή η αδιάκοπη παράταξη εικόνων αποδίδει το πώς το βράδυ απλώνεται σταδιακά πάνω σε καθετί —στην πόλη, στους ανθρώπους, στον ουρανό και τελικά στην ίδια τη ζωή του ποιητικού υποκειμένου.
Οι τρεις στροφές του «Βράδυ» συνθέτουν γραμματικά μία μόνο περίοδο: όλες οι εικόνες λειτουργούν ως υποκείμενα που περιμένουν το ρήμα, το οποίο έρχεται μόλις στον προτελευταίο στίχο («πέφτει»). Αυτή η καθυστέρηση κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία, σαν να παρακολουθεί το βράδυ να συσσωρεύεται σταδιακά πριν «πέσει» οριστικά.
Η αναφορά σε παιδιά, αεράκι, παράθυρα και τρένο δεν είναι απλώς μια εξωτερική περιγραφή του βραδινού τοπίου. Κάθε εικόνα λειτουργεί συμβολικά και συνδέεται με την ψυχική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου· γι' αυτό το ποίημα καταλήγει όχι στην πόλη ή στον ουρανό, αλλά «στη ζωή μου τώρα όλη».
Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
–μια ιαχή μακρυσμένη–,
τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,
τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τρένο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,
οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...
Κ. Γ. Καρυωτάκης,
Ποιήματα και πεζά, Ερμής