Γιατί βαθιά μου δόξασα 📜
Ο Σικελιανός στο δοξαστικό αυτό ποίημα βιώνει ένα μυστικό συναίσθημα χαράς και αλληλεγγύης. Η συναισθηματική του αυτή διάθεση ενδυναμώνει την υψηλή ποιητική του πνοή και τον συμφιλιώνει ακόμα και με τον ακαταμάχητο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο. Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1938.
Ο Άγγελος Σικελιανός θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Στην ποίησή του επιχειρεί συχνά να ενώσει αντίθετα στοιχεία —τη χαρά με τον πόνο, τη ζωή με τον θάνατο— σε μια ενιαία, κοσμική αρμονία, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε αυτό το ποίημα.
Η φράση «ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός» δεν σημαίνει ότι ο ποιητής αδιαφορεί για τον θάνατο ή τον υποτιμά. Αντίθετα, δηλώνει μια ώριμη συμφιλίωση: τον αναγνωρίζει ως φυσικό κομμάτι της ζωής και όχι ως κάτι που πρέπει να φοβάται.
Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...
Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
να τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ' η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ' τα βάθη τ' ουρανού και μέσα μου ο καρπός!...
Γιατί δεν είπα: «Εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...»
μα «Αν είν' η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως...
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός...»
να που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
να που κι ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...