Δουλειά χωρίς ελπίδα 😥
Γραμμένο στις 21 Φεβρουαρίου του 1825, όπως δηλώνει ο υπότιτλος του πρωτοτύπου, το ποίημα του Κόλεριτζ εκφράζει με χαρακτηριστικό τρόπο ορισμένες από τις κυριότερες όψεις της ρομαντικής διάθεσης, όπως είναι η μυθοποίηση του εγώ, η αποξένωση, η ανία κ.ά.
Ο Samuel Taylor Coleridge (1772-1834) υπήρξε, μαζί με τον William Wordsworth, ένας από τους θεμελιωτές του αγγλικού Ρομαντισμού. Το ποίημα γράφτηκε σε προχωρημένη ηλικία, όταν ο ίδιος βίωνε σοβαρά προβλήματα υγείας και δημιουργικό αδιέξοδο — στοιχεία που εξηγούν γιατί το κείμενο μιλά για δουλειά που δεν βρίσκει σκοπό.
Όλα δουλεύουν στην πλάση. Για δες: τα μελίσσια βουίζουν,
απ' τις φωλιές τους οι σάλιαγκοι* βγήκαν· στρουθιά* φτερουγίζουν.
Και να που κι ο γέρος χειμώνας κι αυτός στο γαλάζιο του απείρου
έχει στα μάτια του, κάτι σαν φως ανοιξιάτικου ονείρου.
Μόνος εγώ μέσα σ' όλα με δίχως δουλειά τριγυρνάω,
κι ούτ' αγαπώ, κι ούτε μέλι τρυγώ, κι ούτε πια τραγουδάω.
Κι όμως γνωρίζω κάτι άγνωστους όχτους* που αμάραντ'* ανθίζουν,
ξέρω κρυμμένες πηγές που το νέκταρ σε ρυάκια σκορπίζουν.
Για άλλους αμάραντ', αλίμονο γι' άλλους αν θέλετ' ανθίστε·
όχι! για με μην ανθίστε. Μακριά μου ρυάκια κυλήστε·
μ' έν' αστεφάνωτο μέτωπο φεύγω, με χείλη φρυγμένα,*
κι αν με ρωτάς ποιος με πνίγει καημός, άκου τούτο από μένα:
δίχως ελπίδα η δουλειά νέκταρ μέσα σε κόσκινο χύνει,
και δίχως κάποιο σκοπό η ελπίδα δε ζει μήτ' εκείνη.
μτφρ. Λάμπρος Πορφύρας
Ανθολογία της ευρωπαϊκής
και αμερικανικής ποιήσεως,
επιμέλεια Κλ. Β. Παράσχος, Συμεωνίδης
Μαθητές συχνά διαβάζουν τον τίτλο «Δουλειά χωρίς ελπίδα» σαν να μιλά για επαγγελματική απασχόληση. Στο ποίημα η «δουλειά» είναι η ζωτική, δημιουργική δραστηριότητα κάθε πλάσματος της φύσης (να ανθίζει, να τραγουδά, να αγαπά). Ο αφηγητής δεν στερείται εργασία με τη σύγχρονη έννοια· στερείται την ίδια τη διάθεση και την ικανότητα να ζει δημιουργικά, επειδή του λείπει η ελπίδα.