ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΟΥΤΣΟΣ: Ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια 🏛️
Το σατιρικό ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου τοποθετείται χρονικά, όπως σημειώνεται στον τίτλο της πρώτης έκδοσης, τον Μάιο του 1831 και φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η ρομαντική ποίηση παρεμβαίνει στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα της εποχής της. Ο ποιητής δανείζεται τη φωνή ενός διεφθαρμένου δημόσιου υπαλλήλου και τον αφήνει να ομολογήσει μόνος του την κατάχρηση εξουσίας, χτίζοντας έτσι μια οξεία σάτιρα της νεοσύστατης ελληνικής διοίκησης.
Το ποίημα δεν κατηγορεί τον επιστάτη από έξω· τον αφήνει να μιλήσει ο ίδιος στο πρώτο πρόσωπο και να καυχηθεί ανοιχτά για την κλοπή του. Αυτή η τεχνική —ο κατηγορούμενος γίνεται αφηγητής και προδίδει μόνος του τον εαυτό του— είναι από τα πιο δραστικά όπλα της ρομαντικής σάτιρας.
Η επαναλαμβανόμενη κατακλείδα «Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά» μοιάζει με αθώο τραγουδάκι, όμως λειτουργεί ειρωνικά: η «δουλειά» που πάει καλά δεν είναι το έργο του κράτους αλλά η προσωπική ωφέλεια του επιστάτη. Μαθητές συχνά διαβάζουν τον στίχο κυριολεκτικά και χάνουν την ειρωνεία.
🥮 Φοίνικες και ταλαράκια το πουγκί μου κουδουνίζει,
και το στόμα μου σαμπάνιες και ρυζόγαλο μυρίζει·
χαιρετάτε με με σέβας, με βαθύν προσκυνισμόν·
επιστάτης, κύριοί μου, έγινα οικοδομών.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Έκτακτε Διοικητή μου, πόσα γρόσια θησαυρίζεις;
Όσα παίρνω σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο τα κερδίζεις;
Έκτακτα τον μήνα παίρνεις εσύ χίλια... κι ας να μη!
Εγώ παίρνω τρεις χιλιάδες εις την κάθε πιθαμή.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Η αυτού Πανεξοχότης μ' αγκαλιάζει κάθε μέρα.
Μα ρημάζω το Ταμείον; Αλλού βλέπει, βρέχει πέρα,
φθάνει μόνον, πουρνό βράδυ, να τον λέγω εις τ' αυτί
τι φρονεί ο ένας κι άλλος και τι δρόμο περπατεί.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Σήμερον το Ναύπλιόν μας η πρωτεύουσά μας είναι·
αύριο θα είναι, λέγουν, αι περίφημαι Αθήναι.
Τότε, γρόσια μιλιούνια τότε δα θα ξοδευθούν,
και πατόκορφ' απ' εμένα αι Αθήναι θα κτισθούν.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
🙇🙏 Κριματίζει όποιος λέγει πως εγώ μισώ τα φώτα·
τα σχολεία, στην τιμή μου, τ' αγαπώ απ' όλα πρώτα·
και πολλές φορές λαχαίνει στ' όνειρό μου να ιδώ
πως οικοδομώ Μουσεία, κι απ' το στρώμα τραγουδώ:
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Με κολνούνε οι γυναίκες και γλυκές ματιές με ρίχνουν·
μ' όλες μου τες άσπρες τρίχες πως μ' ορέγουνται με δείχνουν·
γαμβρός είμαι όπου πάγω, κι εις το κάθε σπιτικό
ταπεινότατες προτάσεις υπανδρείας αγρικώ.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Λ. Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 4, Δωδώνη