Ο Κρητικός Πόλεμος ⚔️
Ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής καταγράφει σε στιχομυθία-χρονικό τα γεγονότα του Κρητικού Πολέμου, από την απόβαση των Τούρκων στην Κρήτη ως τη συνθηκολόγηση του Ηρακλείου (1645-1669). Το έργο ανήκει στην παράδοση της κρητικής λογοτεχνίας και αφηγείται τον αγώνα των Κρητικών, εστιάζοντας στην άλωση του νησιού. Στο απόσπασμα ο ποιητής χρησιμοποιεί την προσωποποίηση: το ίδιο το Κάστρο του Ηρακλείου μιλά και αναλογίζεται με πικρία τις χαρές του καιρού της ειρήνης, πριν τις πάρει μαζί της η κατάκτηση.
Ο Μπουνιαλής δεν αφηγείται τον πόλεμο από απόσταση: πολέμησε ο ίδιος στην υπεράσπιση του Χάνδακα (του σημερινού Ηρακλείου) και έγραψε το έργο του καθώς εξελίσσονταν τα γεγονότα, κάτι σπάνιο για τη λογοτεχνία της εποχής. Το ποίημα λειτουργεί έτσι σχεδόν σαν στιχουργημένο ρεπορτάζ πολέμου.
Η απαρίθμηση αλόγων, κήπων, τραγουδιών και γλεντιών δεν είναι απλή νοσταλγική περιγραφή τοπίου. Κάθε στοιχείο που χάνεται συμβολίζει μια πλευρά της ελεύθερης ζωής (οικονομική ευημερία, ψυχαγωγία, πνευματική καλλιέργεια) που η κατάκτηση αφαιρεί. Ο θρήνος του Κάστρου είναι θρήνος για την ίδια την ελευθερία, όχι μόνο για τα υλικά αγαθά.
Ωφου καημένοι Κρητικοί, και πού 'ναι τ' άλογά σας
και πού 'ναι τα μουλάρια σας και τα λαγωνικά σας;
Γή πού 'ναι τα γεράκια σας και πού 'ναι οι λογισμοί σας
80 και πού 'ν' τα σπίτια τα ψηλά, πού 'ν' οι γραμματικοί σας;
Πού 'ναι τα λάδια, τα κρασά, τα στάρια, τα μετάξα,
γή πού 'ν' τα περιβόλια σας, τα μοναστήρια τ' άξα;
Στ' άλογα να καθίζετε κι εις τα χωριά να μπείτε,
85 να ξεκαλοκαιρεύσετε, περίσσα να χαρείτε!
Οι βρύσες πού 'ναι, τα νερά, κι οι ανθισμένοι κήποι,
π' όσοι κι αν τα κοιτάζανε ποτέ δεν είχαν λύπη;
Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα κι οι μυρισμένοι κρίνοι
κι οι δούλοι οι εμπιστικοί τάχατες πού 'ν' εκείνοι,
να πιάσουν όμορφο χορό με τέχνες να πηδούνε
90 κι άλλοι να ρίκτουν τουφεκιές κι άλλοι να τραγουδούνε;
Βιολιά να παίζουν, τσίτερες, λαγούτα να λαλούσι,
οληνυκτίς να χαίρουνται και να μην κοιμηθούσι;
Τ' αηδόνια να σφυρίζουνε κι ομπρός τως να πετούσι,
και γιάντα τούτα οι Κρητικοί όλα να στερευτούσι;
95 Τώρα σπαχήδες τα 'χουνε, γιανίτσαροι τα ρίζου,
κι οι Τούρκοι στα περβόλια τως πάνε και σιργιανίζου.