1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ερωφίλη: Ένα Αιώνιο Ερωτικό Δράμα 🎭❤️

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από την τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση «Ερωφίλη», ένα από τα σημαντικότερα έργα της Κρητικής λογοτεχνίας. Σε αυτό το σημείο του έργου συνομιλούν οι δύο πρωταγωνιστές, ο Πανάρετος και η Ερωφίλη, και ανταλλάσσουν όρκους παντοτινής αγάπης, ενώ πάνω από τη σχέση τους πλανάται ήδη μια απειλή.

Για να γίνει κατανοητή η συναισθηματική ένταση του διαλόγου, χρειάζεται μια σύντομη αναδρομή στην υπόθεση: ο Πανάρετος και η βασιλοπούλα Ερωφίλη ήταν φίλοι από παιδιά· καθώς μεγάλωναν, το αίσθημά τους εξελίχθηκε σε έρωτα, χωρίς όμως να το γνωρίζει ή να το εγκρίνει ο βασιλιάς. Μετά από νικηφόρο πόλεμο εναντίον των Περσών εισβολέων, στον οποίο διακρίθηκε ο Πανάρετος, ο δεσμός των δύο νέων σφραγίστηκε «με όρκους και δαχτυλίδι» —μυστικό γάμο δηλαδή, που ο Πανάρετος εξομολογείται στον φίλο του Καρπόφορο στην πρώτη πράξη του έργου. Στο μεταξύ ο βασιλιάς δέχεται προξενιές από τους βασιλιάδες της Μικράς Ασίας και της Περσίας και αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του με τον ισχυρότερο υποψήφιο. Η Ερωφίλη αρνείται τον γάμο, προφασιζόμενη ότι δεν θέλει να απομακρυνθεί από τον πατέρα της· η αγωνία της για το μέλλον κυριαρχεί στη δεύτερη πράξη, όπου εμπιστεύεται τον πόνο της στην παραμάνα της. Στην τρίτη πράξη, απ' όπου αντλείται το απόσπασμα, ο ίδιος ο Πανάρετος —σταλμένος από τον βασιλιά— μεταφέρει στην Ερωφίλη το μήνυμα για τις προξενιές, ενώ παράλληλα της μιλά με θέρμη για τον έρωτά του και ομολογεί τον φόβο του μήπως τη χάσει.

Ένα έργο γραμμένο σε κρητική διάλεκτο

Ο Χορτάτσης έγραψε την «Ερωφίλη» στα τέλη του 16ου αιώνα σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο και στην κρητική διάλεκτο της εποχής του, όχι στην κοινή ελληνική. Το έργο γνώρισε τεράστια απήχηση: παίχτηκε σε λαϊκά πανηγύρια για αιώνες μετά τον θάνατο του συγγραφέα και θεωρείται κορυφαίο δείγμα της Κρητικής Αναγέννησης.

ΕΡΩ. Τόσες δεν είναι οι ομορφιές, τόσα δεν είν' τα κάλλη,
μα τούτο εκ την αγάπη σου γεννάται τη μεγάλη.
Μα γη όμορφή 'μαι γή άσκημη, Πανάρετε ψυχή μου,
για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.

ΠΑΝ. Νερό δεν έσβησε φωτιά ποτέ, βασίλισσά μου,
καθώς τα λόγια τα γροικώ σβήνουσι την πρικιά μου.
Μ' όλον ετούτο, αφέντρα μου, μα την αγάπη εκείνη,
που μας ανάθρεψε μικρά, και πλια παρ' άλλη εγίνη
πιστή και δυνατότατη σ' εμένα κι εις εσένα,
και τα κορμιά μας σ' άμετρο πόθο κρατεί δεμένα,
περίσσα σε παρακαλώ ποτέ να μην αφήσεις
να σε νικήσει ο βασιλιάς, να μ' απολησμονήσεις.

ΕΡΩ. Οϊμένα, νά 'βρω δε μπορώ ποιαν αφορμή ποτέ μου
σου 'δωκα στην αγάπη μου φόβο, Πανάρετε μου,
να πιάνεις τόσα δυνατό, σα να μηδέ γνωρίζεις
το πως το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις.
Έρωτα, απείς τ' αφέντη μου τ' αμμάτια δε μπορούσι
πόσα πιστά και σπλαχνικά τον αγαπώ να δούσι,
μιαν απού τσι σαΐτες σου φαρμάκεψε και ρίξε
μέσα στα φυλλοκάρδια μου και φανερά του δείξε
με τον πρικύ μου θάνατο πως ταίρι του απομένω,
και μόνο πως για λόγου του στον Άδη κατεβαίνω.

ΠΑΝ. Τούτο ας γενεί σ' εμένα ομπρός, φόβο κιανένα αν έχω
στον πόθο σου, νεράιδα μου, γη αν έν' και δεν κατέχω
πως μήδ' ο θάνατος μπορεί να κάμει να σηκώσεις
τον πόθο σου από λόγου μου κι αλλού να τόνε δώσεις.
Μα δεν κατέχω ποια αφορμή με κάνει και τρομάσσω,
το πράμα, που στο χέρι μου κρατώ σφικτά, μη χάσω,
κι εκείνο, απού παρηγοριά πρέπει να μου χαρίζει,
τσ' ελπίδες μου τσ' αμέτρητες σε φόβο μού γυρίζει.

ΕΡΩ. Τούτό 'ναι απού το ξαφνικό μαντάτο που μας δώσα,
μα μην πρικαινομέστανε, Πανάρετε μου, τόσα,
γιατί ουρανός, απού 'καμε κι εσμίξαμεν αντάμι,
να στέκομε παντοτινά ταίρια μάς θέλει κάμει.
Τον ουρανό, τη θάλασσα, τη γη και τον αέρα,
τ' άστρα, τον ήλιο το λαμπρό, τη νύκτα, την ημέρα,
παρακαλώ ν' αρματωθού, να 'ρθουν αντίδικά μου,
την ώρα οπ' άλλος θέλει μπει πόθος εις την καρδιά μου.